Το προσκλητήριο δεν ήταν γραπτό, αλλά όλα γύρω φώναζαν: «Πρέπει να πας! Σε περιμένει. Μήνες τώρα».
Ηταν η ολοζώντανη μνήμη από μια μυρωδιά φρεσκάδας, από αέρα καθαρό, από ήχους ήσυχους, ρυθμικούς που γαληνεύουν τον νου. Και η υδάτινη σοφή απεραντοσύνη που αλλάζει χρώμα ανάλογα με τι καλύπτει ή τι καθρεφτίζει.
Τις νύχτες ξυπνούσε ξαφνικά, σαν να άκουγε πουλιά να πετούν έξω από το παράθυρο. Ερχονταν στις γρίλιες και προσπαθούσαν να τη φωνάξουν, αλλά τα τζάμια ήταν διπλά και δεν άκουγε με βεβαιότητα τι της έλεγαν.
Την Κυριακή, ξέχασε την πρόσκληση σε μια τσέπη του μπουφάν, εκεί μαζί με τα κλειδιά, το τηλέφωνο και λίγα ευρώ που πήρε μαζί σαν βγήκε για περπάτημα, μήπως χρειαστούν στον δρόμο. Τη Δευτέρα, δουλειά από νωρίς και υποχρεώσεις και τηλεφωνήματα και άλλα, πάλι δεν άκουσε τις φωνές: «Μα τι θα γίνει; Πότε θα πας;».
Αλλά ήταν τόσο απασχολημένη, που ούτε τον ήλιο που έλαμπε δεν πρόλαβε να δει ούτε να καθίσει μια στιγμή πρόλαβε, για επισκέψεις ήταν;
Την Τρίτη, κάτι συνέβη. Σηκώθηκε νωρίς, όπως πάντα, ήπιε καφέ, ετοίμασε τη λίστα για τα ψώνια -πέντε πράγματα ήθελε. Καθάρισε την κουζίνα και, καθώς ένιωθε κάπως βαριά, είχε πονοκέφαλο και ήταν κουρασμένη, ίσα που χτένισε τα μαλλιά της, τα έκανε μια αλογοουρά, έβαλε μια μαύρη βαμβακερή φόρμα, τα αθλητικά της παπούτσια και έφυγε για το σούπερ μάρκετ.
Εκεί, στο πάρκινγκ, την ώρα που έβαζε τα πράγματα στο αυτοκίνητο, το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε να τη δει.
Κοίταξε τα ψώνια, τίποτα δεν ήταν ευπαθές, ούτε ζέστη είχε, δεν θα πάθαιναν τίποτα. Μπήκε πάλι στο κατάστημα, πήρε νερό, μια σοκολάτα με φουντούκια και κοίταξε το ντεπόζιτο. Είχε βενζίνη.
Ετσι ξεκίνησε. Εβαλε ένα cd, για να μη σταματήσει το ραδιόφωνο όταν θα έμπαινε στο βουνό, και ξεκίνησε.
Βγήκε στην εθνική και έφυγε. Η παρόρμηση ήταν τόσο ισχυρή…
Η φύση οργίαζε. Ακόμη και στα καμένα, το έδαφος γύρω από τα μαύρα πεύκα ήταν πράσινο, φρέσκο, είχαν φυτρώσει άγρια λουλούδια, λευκά, κίτρινα, κάπου της φάνηκε ότι είδε και παπαρούνες… Κι ο ουρανός ήταν τόσο καθαρός, τόσο καινούργιος και δροσερός. Οταν βγήκε από την εθνική, άνοιξε και το παράθυρο, για να μπορεί να μυρίζει τον αέρα. Ο δρόμος ανοιχτός μπροστά και η θάλασσα την περίμενε. Μόνο ένα αυτοκίνητο είδε στη διαδρομή και αυτό χάθηκε σε κάποιο δρομάκι.
Τεράστια ήταν η συγκίνηση που την πλημμύρισε όταν έφτασε στην παραλία. «Αν είχα φέρει το μαγιό…», σκέφτηκε κι ας ήξερε ότι ήταν ακόμα πολύ νωρίς και πως μάλλον θα κρύωνε, αν έμπαινε στο νερό. Απλωσε το μπουφάν στα βότσαλα και κάθισε στον ήλιο. Μάζεψε τη φόρμα της ώς τα γόνατα.
Ολες οι σκέψεις χάθηκαν, τίποτα δεν τη βασάνιζε εκείνη την ώρα. Το μόνο που υπήρχε ήταν ένας μαλακός, τρυφερός παφλασμός, σαν την αναπνοή της που είχε καθαρίσει ως διά μαγείας, και τα μάτια της σταμάτησαν να την καίνε έπειτα από καιρό. Κι ο πονοκέφαλος είχε φύγει, πάει κι η κούραση. Το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, η λιακάδα, άδειασαν το μυαλό της.
Δεν μέτρησε πόσο έμεινε εκεί, σίγουρα ήταν αρκετά. Λίγο πριν φύγει, έβαλε τα πόδια της στο νερό, εκεί μέχρι τα γόνατα. Δεν ήταν κρύο, ήταν ευχάριστα δροσερό. Εκεί, στα ρηχά, δυο μεγάλες μέδουσες φαίνονταν παρασυρμένες από το ρεύμα. Τις παρατηρούσε καθώς, ασυνείδητα σχεδόν, κουνώντας τα πλοκάμια τους, συνέχιζαν το ταξίδι τους, άγνωστο για πού, ώσπου χάθηκαν.
Οταν έφευγε, αποχαιρέτησε τη φίλη της έως την επόμενη φορά. Της είπε πως κι οι άνθρωποι δεν διαφέρουν και τόσο από τις μέδουσες. Πιστεύουν ότι ελέγχουν τον κόσμο, τον δρόμο τους, αλλά δεν ξέρουν πού θα τους βγάλει το ρεύμα. Για το υπόλοιπο της ημέρας κράτησε τη δροσιά που ανέβηκε από τα πόδια ώς το μυαλό της. Μ’ αυτήν κοιμήθηκε αγκαλιά το βράδυ.
