Ο Ιρλανδός Τζον Μπάνβιλ, διακεκριμένος στιλίστας, εκτός από τα αμιγώς λογοτεχνικά του βιβλία έχει γράψει και μια σειρά από αστυνομικά μυθιστορήματα με το ψευδώνυμο Μπένζαμιν Μπλακ τα οποία λαμβάνουν χώρα στο Δουβλίνο -όπου κατοικεί και ο συγγραφέας- με κεντρικό ήρωα τον ιατροδικαστή Γκάρετ Κουίρκ και έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στη μικρή οθόνη.
«Το χιόνι», το οποίο υπογράφει με το όνομά του, αρχίζει ως μια ακόμα αστυνομική ιστορία, τύπου Αγκαθα Κρίστι, μας συστήνει έναν νεαρό καινούργιο ντετέκτιβ –μετριοπαθή, ευαίσθητο, αν και λίγο συγχυσμένο– ονόματι Σεν Τζον Στράφορντ. Ο Στράφορντ έχει εμφανιστεί και στο παρελθόν σε ένα από τα μυθιστορήματα του Μπένζαμιν Μπλακ το οποίο τοποθετείται στα 1940. Στο «Χιόνι» ο Στράφορντ είναι 35 ετών (το βιβλίο εκτυλίσσεται τον Δεκέμβριο του 1957), γεγονός που σημαίνει ότι ήταν μόλις 18 στο προηγούμενο μυθιστόρημα.
Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ο Στράφορντ μεταβαίνει στην κομητεία Γουέξφορντ, νότια του Δουβλίνου, προκειμένου να διαλευκάνει τον φόνο ενός καθολικού ιερέα ο οποίος βρέθηκε δολοφονημένος με βίαιο και απεχθή τρόπο στο Μπαλιγκάς Χάουζ, που ανήκει στην οικογένεια Οσμπορν, μια από τις πλέον εύπορες και αριστοκρατικές οικογένειες της περιοχής. Η έρευνα γίνεται ακόμα δυσκολότερη όταν μετά τις ανακρίσεις διαπιστώνει ότι τα περισσότερα μέλη της οικογένειας Οσμπορν, όπως και τα μέλη του προσωπικού, ήταν στο σπίτι τη βραδιά του φόνου. Η ιστορία αρχίζει σαν μια κλασική ιστορία μυστηρίου: η ερημική έπαυλη, αποκλεισμένη από τον χιονιά, το πτώμα στη βιβλιοθήκη και ένας αριθμός υπόπτων. Εως εδώ όλα τα μοτίβα είναι γνώριμα και οικεία, εκτός από μια σοκαριστική λεπτομέρεια. Ο δολοφονημένος ιερέας που βρέθηκε μέσα σε μια λιμνούλα αίματος ήταν και ευνουχισμένος.
Τις επόμενες μέρες ο Στράφορντ θα επιδοθεί στον εντοπισμό του ενόχου, αποκαλύπτοντας διάφορα μυστικά όχι μόνο της οικογένειας, αλλά και της υπόλοιπης κοινότητας, ενώ ο συνεργάτης του εξαφανίζεται και το χιόνι καλύπτει και δυσκολεύει την έρευνά του. Ο Μπάνβιλ, κατ’ επανάληψη, υπονομεύει την κλασική φόρμα που στην αρχή μοιάζει να υιοθετεί, καθώς αντί να προχωράει στην επίλυση του μυστηρίου εστιάζει στους χαρακτήρες και στην ιστορία της μικρής κοινότητας, καθώς και στις βαθύτερες αιτίες του μυστηριώδους φόνου, εναλλάσσοντας τις οπτικές και δίνοντάς μας την ευκαιρία να ακούσουμε και τη φωνή του θύματος, σε μορφή εξομολόγησης.
Αυτό που καθιστά το «Χιόνι» συναρπαστικό, πέρα από την ατμόσφαιρα και τη γραφή του Μπάνβιλ, είναι οι κοινωνικές προεκτάσεις του μυστηρίου. Η οικογένεια Οσμπορν έχει αγγλική καταγωγή, η άφιξή της στην Ιρλανδία χρονολογείται από την εποχή του Κρόμγουελ, οι ίδιοι είναι προτεστάντες «με άλογο», όπως τους αποκαλούσαν περιπαικτικά οι καθολικοί Ιρλανδοί. Στη σχετικά νεαρή Δημοκρατία εκείνοι εξακολουθούσαν να διατηρούν τα υποστατικά τους και να ζουν λίγο-πολύ όπως στην προ ανεξαρτησίας εποχή, γεγονός που προκαλεί την μήνιν των κατοίκων της κοινότητας. Το γεγονός ότι ένας καθολικός ιερέας «φίλος του σπιτιού» κείτεται νεκρός στη βιβλιοθήκη ενός «προτεσταντικού» σπιτιού, προκαλεί επιπλέον ερωτήματα στον ντετέκτιβ, αν και τα μέλη της κοινότητας φαίνεται να γνωρίζουν περισσότερα για τον ιερέα και τις «συναναστροφές του». Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν τα βάζει με την Εκκλησία ούτε καταγγέλλει έναν ιερωμένο: «Η παρασιώπηση σκανδάλων δεν ήταν κάτι σπάνιο, ήταν η νόρμα».
Ο Στράφορντ, αποφασισμένος να διαλευκάνει το απεχθές φονικό, ανακρίνει όλα τα μέλη της οικογένειας. Κανένας δεν έχει άλλοθι, αλλά όλοι έχουν τη δική τους «τρέλα». Εκκεντρικοί και αλλόφρονες, τον μπερδεύουν περισσότερο αντί να τον βοηθούν και η επίλυση του μυστηρίου αναβάλλεται καθώς το χιόνι πέφτει και (συμβολικά) θάβει τα μυστικά και τα παλιά εγκλήματα.
«Χιονισμένα δέντρα όμοια με βλοσυρά άσπρα φαντάσματα, παρουσιάζονταν μπροστά του στο φως των προβολέων, υψώνοντας έντρομα λες τα κλωνάρια των κορφών τους προς τον ουρανό».
Προχωρώντας στην ανάγνωση του μυθιστορήματος κυριαρχεί η αίσθηση ότι υπάρχουν και άλλες εκδοχές της ιστορίας και ότι εμείς παρακολουθούμε αυτήν που βλέπει ο νεαρός, ευαίσθητος ντετέκτιβ. Ο ίδιος χρόνια αργότερα θα πει: «Νομίζω ότι ήμουν σαν θεατής που παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση αλλά καταλαβαίνει ένα μέρος της πλοκής».
Η μετάφραση της Τόνιας Κοβαλένκο, η οποία έχει μεταφράσει πολλά από τα απαιτητικά μυθιστορήματα του Μπάνβιλ, αποδίδει την απαιτητική πρόζα και τον ρυθμό αλλά και τους υπαινιγμούς της υπόγειας ιστορίας, καθιστώντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος μια δυνατή εμπειρία.
