Οι «Νέες Μορφές» στην οδό Βαλαωρίτου 9Α ήταν η ιστορική αίθουσα τέχνης που λειτούργησε για 50 χρόνια (1959-2009), με υποδειγματικό τρόπο. Δεν υπήρξε απλά μια γκαλερί όπου εξέθεσαν τα έργα τους εκατοντάδες Ελληνες κυρίως, αλλά και ξένοι, καλλιτέχνες όλων των αισθητικών τάσεων. Αλλά και ένα ανοιχτό εργαστήρι έκθεσης, μάθησης, ζύμωσης, ένας χώρος μύησης, αισθητικής απόλαυσης, προβληματισμού και αναζήτησης που συνέδεσε χιλιάδες επισκέπτες με την πρωτοπορία και τη σύγχρονη τέχνη.
Από το 2009 επαναπροσδιόρισε τη σχέση της με τον χρόνο και το κοινό ως Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ), το οποίο δημιούργησαν οι πρωτεργάτριές της, δηλαδή, η Τζούλια Δημακοπούλου, η Ιωάννα Μεντζενιώτου, η Μαρία Βασιλείου, μαζί με τον Λεωνίδα Δημακόπουλο. Στόχος να συγκεντρώσουν αρχειακό υλικό για την καταγραφή των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα από το 1945 έως σήμερα. Επειτα από δέκα χρόνια δράσης (2010-2020) αποφάσισαν να δωρίσουν εξ ολοκλήρου το ψηφιοποιημένο αρχείο-διαμάντι, μαζί με τις εγκαταστάσεις και όλο τον εξοπλισμό του ΙΣΕΤ, στην Εθνική Πινακοθήκη. Στόχος, να συνεχιστεί ο διάλογος με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον στη χώρα μας, που έχει ισχνή σχέση με τα αρχεία και χαρακτηρίζεται από την ατροφική σχέση ανάμεσα στην παιδεία και την τέχνη.
Η συγκέντρωση τεκμηρίων από θεωρητικά κείμενα και κριτικές μέχρι καταλόγους, αποκόμματα εφημερίδων, αφίσες, κ.ο.κ., είχε ξεκινήσει από την εποχή που οι «Νέες Μορφές» ήταν σε πλήρη δράση. Τα πακέτα με τις αφίσες από τις εκθέσεις-σταθμούς που διοργάνωναν ήταν τόσο πολλές, που την περίοδο 1980-1990 σκέφτηκαν να τις δωρίσουν στο υπουργείο Παιδείας προκειμένου να μπουν σε σχολικές αίθουσες. Η απάντηση ήταν «Οχι». Ποιος ο λόγος να εκπαιδεύεται το μάτι των παιδιών με ιστορικές αφίσες από τις εκθέσεις του Κουνέλλη, του Εγγονόπουλου, του Ψυχοπαίδη, της Βάσως Κατράκη, της Λήδας Παπακωνσταντίνου, της Ρένας Παπασπύρου και άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών; Σάμπως σήμερα θα έλεγαν «Ναι»;
