Το 2016 η Μπάγερν Μονάχου αντιμετώπισε μια πολύ δύσκολη αποστολή. Ο σύλλογος έπρεπε να βρει έναν διάδοχο για τον Πεπ Γουαρδιόλα. Υπήρχε μόνο μία επιλογή: ο Κάρλο Αντσελότι.
Για εμάς τους παίκτες αυτό σήμαινε κατ’ αρχάς αλλαγή. Οσα έλεγε ο Αντσελότι σε μία εβδομάδα, ο Γουαρδιόλα τα ’λεγε σε τρεις ώρες. Από την άλλη, ό,τι ίσχυε για τον προκάτοχό του, ίσχυε και για τον Αντσελότι: ως παίκτης, νιώθεις άνετα γιατί αισθάνεσαι ότι ο προπονητής θέτει στη διάθεση της ομάδας όλο το ρεπερτόριο που αποτελεί τη δουλειά. Για τον λόγο αυτό έχει παντού επιτυχίες.
Σε μια έρευνα για το ποιος είναι ο καλύτερος προπονητής στον κόσμο, ελάχιστοι θα επέλεγαν τον Κάρλο Αντσελότι, ακόμα και στην Ιταλία. Διαθέτει όμως ένα μοναδικό ρεκόρ. Είναι ο μόνος που σύντομα θα έχει αναδειχτεί πρωταθλητής στις πέντε μεγαλύτερες λίγκες της Ευρώπης: με τη Μίλαν στη Σέριε Α, με την Τσέλσι στην Πρέμιερ Λιγκ, με την Παρί Σεν Ζερμέν στη Λιγκ 1, με την Μπάγερν Μονάχου στην Μπουντεσλίγκα, ενώ με τη Ρεάλ Μαδρίτης βρίσκεται πολύ κοντά στον φετινό τίτλο της ισπανικής Λίγκας.
Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένας προπονητής που να έχει κερδίσει περισσότερες φορές από τον ίδιο το Τσάμπιονς Λιγκ -τρεις φορές, με δύο διαφορετικούς συλλόγους. Ο Αντσελότι είναι ένας από τους επτά άνδρες που έχει σηκώσει ψηλά την κούπα του πρωταθλητή Ευρώπης και ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής.
Ως παίκτης ξεχώριζε για τις εξαιρετικές στρατηγικές ικανότητές του μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Ο Αντσελότι ήταν μέλος της θρυλικής ομάδας της Μίλαν υπό τον Αρίγκο Σάκι, που δίδαξε το concept ποδόσφαιρο σε μεγάλους ποδοσφαιριστές. Ετσι ο Αντσελότι βρισκόταν στον αγωνιστικό χώρο όταν έλαβε χώρα μια επανάσταση, όταν δηλαδή προγραμματίστηκε για πρώτη φορά το λειτουργικό σύστημα του μοντέρνου παιχνιδιού ως προς την μπάλα: η άμυνα ζώνης προσαρμοσμένη στην μπάλα, ένας κώδικας που λειτουργεί ακόμα.
Τέτοια εμπειρία είναι προαπαιτούμενο για έναν κορυφαίο προπονητή. Από κάθε τεχνικό που δεν έχει αγωνιστεί στο κορυφαίο επίπεδο λείπει κάτι το οποίο έχει βιώσει ο Αντσελότι. Ετσι, η βαθιά κατανόηση του παιχνιδιού, των παικτών και της ατμόσφαιρας του επαγγελματικού ποδοσφαίρου βγαίνει από μέσα του.
Δεν είναι δογματικός προπονητής. Ολες οι ομάδες του έχουν τακτικό επίπεδο, με δικό του σημείο εκκίνησης την άμυνα. Ομως, ως ποδοσφαιριστής χρειάζεσαι την ελευθερία σου. Ο Αντσελότι είναι στα καλύτερά του όταν χειρίζεται ακραίους χαρακτήρες.
Ο Αντσελότι επίσης τα πήγαινε (και πάει) καλά με ισχυρούς άνδρες, όπως οι Σίλβιο Μπερλουσκόνι, Ρόμαν Αμπράμοβιτς, Φλορεντίνο Πέρεθ και Νάσερ Αλ Χελαϊφί. Υστερα από μερικές εβδομάδες στο Μόναχο, με πλησίασε και με ρώτησε ποιου ο λόγος είχε μεγαλύτερη βαρύτητα: του Ούλι Χένες ή του Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε. Ηταν σημαντικό γι’ αυτόν να γνωρίζει ποιος έπαιρνε τις αποφάσεις στον σύλλογο.
Τον καιρό που μας προπονούσε, επικρατούσε ένα ελαφρύ χάος στα αποδυτήρια. Κυρίως παιδιάστικες καταστάσεις. Ο Αντσελότι υποτίθεται ότι θα επέβαλλε πειθαρχία. Του δόθηκε μια λίστα με πέντε σημεία, που εμείς οι παίκτες θα έπρεπε να προσέξουμε στο μέλλον. Υστερα από μια προπόνηση, με πήρε παράπλευρα, μου έδειξε τη λίστα και είπε: «Τώρα με έχουν πιάσει από τα αρχ…».
Τότε ο Αντσελότι στάθηκε στα αποδυτήρια μπροστά από την ομάδα, κοίταξε ένα χαρτί και είπε: «Η διοίκηση με διέταξε να σας διαβάσω μια λίστα». Αυτό που είπε, ο τόνος του, ο τρόπος με τον οποίο μας κοίταξε, φανέρωναν τα εξής: αυτό δεν είναι μέρος της δουλειάς μου, στο κάτω κάτω δεν κοουτσάρω παιδική ομάδα, όμως αν τα αφεντικά θέλουν να το κάνω, θα το κάνω. Μερικοί παίκτες αντέδρασαν λέγοντας ότι το να υπογράφουν χιλιάδες κάρτες αυτόγραφων τον μήνα ήταν υπερβολικό. Ο Αντσελότι είπε: «Το ίδιο θα ήταν και για μένα».
Ο Αντσελότι είναι ανεξάρτητος. Εχει γοητεία, χιούμορ και μια κάποια αδιαφορία. Καταφέρνει να κρατάει αποστάσεις. Συχνά, γύρω στη μιάμιση ώρα μετά το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή, θα τον έβρισκε κανείς με την οικογένειά του σε ένα εστιατόριο να τρώει τορτελίνι. Υπάρχει τουλάχιστον ένα καλό ιταλικό εστιατόριο σε κάθε πόλη…
Γιος αγροτών στο Ρετζιόλο, στη βόρεια Ιταλία, ο Αντσελότι συνήθιζε να βοηθάει στο χωράφι όταν ήταν νέος. Ενσαρκώνει ό,τι είναι εφικτό στο ποδόσφαιρο. Από κάτω μπορείς να αναρριχηθείς στην κορυφή και να λάμψεις στη μεγαλύτερη σκηνή. Πάντως ποτέ δεν θεωρεί τον εαυτό του μεγαλύτερο απ’ όσο πραγματικά είναι.
Αυτοί που τώρα ρωτούν πώς κάποιος μπορεί να είναι επιτυχημένος σε πέντε χώρες με πέντε διαφορετικές γλώσσες, πρέπει να ξέρουν το εξής: οι ποδοσφαιριστές κάνουν πολλά πράγματα μη λεκτικά. Και ο Αντσελότι έχει μάθει τις 50 σημαντικότερες λέξεις που χρειάζονται στο ποδόσφαιρο σε κάθε γλώσσα. Το ποδόσφαιρο στο υψηλότερο επίπεδο είναι διεθνές. Το στιλ των Ρεάλ Μαδρίτης, Παρί Σεν Ζερμέν, Τσέλσι, Μπάγερν και Μίλαν διαφέρει μόνο σε αποχρώσεις. Ο Αντσελότι είναι η ιδανική λύση για να αναλαμβάνει με ηρεμία τέτοιες ομάδες.
Στη Μαδρίτη, σίγουρα λατρεύει το πληθωρικό οικουμενικό ταλέντο του Καρίμ Μπενζεμά, την ποδοσφαιρική ευφυΐα του Λούκα Μόντριτς, τις ακριβείς πάσες του Τόνι Κρόος. Από την άλλη, τα λάθη του Μπενζεμά τον ενδιαφέρουν λιγότερο και δεν θέλει πλέον να μάθει στον Κρόος πώς να αμύνεται. Ως προπονητής της Ρεάλ, αντιλαμβάνεται πως μπορεί να συμβεί ένα πατατράκ, όπως το 0-4 από την Μπαρτσελόνα. Η ιδιοφυΐα απλά δεν είναι διαθέσιμη σε κάθε αγώνα. Ο Αντσελότι το ξέρει και οι παίκτες του ξέρουν ότι το ξέρει. Αλληλοϋποστηρίζονται επειδή είναι ένας από αυτούς.
Δεν χάνει την ψυχραιμία του ύστερα από ήττες, αλλά στέκεται μπροστά από τους παίκτες του. Η ομάδα και ο προπονητής είναι μια μονάδα -αυτό πιστώνεται στον Αντσελότι. Οι νίκες με 3-1 επί της Παρί Σεν Ζερμέν και στην έδρα της Τσέλσι απέδειξαν ότι η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί όχι μόνο να κερδίσει το πρωτάθλημα Ισπανίας, αλλά και το φετινό Τσάμπιονς Λιγκ.
Επαιξα υπό τις οδηγίες του Αντσελότι στην τελευταία μου ποδοσφαιρική χρονιά. Οταν του είπα ότι θα έβαζα τέλος στην καριέρα μου, μου ζήτησε να το ξανασκεφτώ. Είπε ότι θα μπορούσα να παίζω στο επίπεδο αυτό έως τα 40 χρόνια μου. Οταν συνειδητοποίησε ότι είχα πάρει την απόφασή μου, προσπάθησε να με πάρει στο πλευρό του ως βοηθό προπονητή. Ομως εγώ ήθελα να αποστασιοποιηθώ από το παιχνίδι.
Αγαπάει αυτό που κάνει και αγαπάει το ποδόσφαιρο και τους ποδοσφαιριστές. Γι’ αυτό όλοι θέλουν να παίζουν για τον μεγάλο Κάρλο Αντσελότι.
* Ο Φίλιπ Λαμ, Γερμανός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου 2014, είναι ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που θα φιλοξενήσει η χώρα του
Τα κείμενα του Φίλιπ Λαμ εμφανίζονται τακτικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Είναι μια παραγωγή σε συνεργασία με τον Oliver Fritsch του γερμανικού περιοδικού «Zeit Online», στο συγκεκριμένο άρθρο συνεργάστηκε ο Λούκα Λέτζι (La Repubblica) και δημοσιεύεται σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων: Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Denník N (Σλοβακία), Guardian (Αγγλία), Sport (Τσεχία), La Repubblica (Ιταλία), Telesport (Κροατία), Politiken (Δανία), Voetbalmagazine (Βέλγιο), L’Équipe (Γαλλία), Delo (Σλοβενία), Tribuna (Ουκρανία & Λευκορωσία), Haaretz (Ισραήλ), Sports Daily (Ρωσία), El País (Ισπανία), Expresso (Πορτογαλία), Aftonbladet (Σουηδία), Makfudbal (Βόρεια Μακεδονία), Postimees (Εσθονία), Verdens Gang (Νορβηγία), 444 (Ουγγαρία), Irish Times (Ιρλανδία), Lead (Ρουμανία), Morgunblaðið (Ισλανδία), Sankt-Petersburgskie vedomosti (Ρωσία), Gazeta Sheshi (Κόσοβο), Times of Malta (Μάλτα), Ilta-Sanomat (Φινλανδία)
