ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επρεπε να πίνει πολύ νερό και να περπατάει. Εντολή γιατρού. «Πρέπει να ενυδατώνεστε και να ασκείστε. Πολλές ώρες καθιστική εργασία, πολλές ώρες οθόνες. Δεν θα περάσουν οι ίλιγγοι αλλιώς. Και να τρέφεστε με μικρά και τακτικά γεύματα. Δεν έχετε τίποτα παθολογικό», της είπε. «Απλώς πρέπει να προσέχετε λίγο περισσότερο τον εαυτό σας. Θα δείτε, θα κοιμάστε καλύτερα και θα βελτιωθεί και η διάθεσή σας».

Οπότε εκείνους τους «όποτε προλαβαίνω» περιπάτους τους είχε αυξήσει τον τελευταίο καιρό. Πήγαινε στον πιο μακρινό σταθμό του ηλεκτρικού μετά τη δουλειά, αύξησε τον χρόνο των περιπάτων της στα ρεπό και τις Κυριακές και έπινε νερό.

Αλλά τις τελευταίες ημέρες ο καιρός δεν το επέτρεπε. Μπήκε μια Μεγάλη Εβδομάδα με βροχές, κρύο και χιόνια στα ορεινά. Πού να βγεις για περπάτημα… Κι όμως, εκείνο το πρωί, παρά το ψιλόβροχο, παρά την ψύχρα που έφτανε στα κόκαλα, το έκανε. Παντού μύριζε υγρασία και βροχή. Τίποτα δεν προϊδέαζε για την επικείμενη γιορτή, ούτε καν για το «πένθιμο» των ημερών, όπως το απαιτούσε η παράδοση.

Φέτος δεν ήξερε καν αν θα έμπαινε στον κόπο να φτιάξει κανένα κουλούρι, έτσι για το καλό. «Ισως βάψω καμιά δεκαριά αυγά…». Μόνο μέλημα, σοκολατένια αυγά για τα παιδιά. Με αυτές τις σκέψεις άκουσε πίσω της ένα φρενάρισμα και ένα μπαμ που την επανέφερε στον έξω κόσμο.

Γύρισε να δει. Κάποιος είχε παραβιάσει ένα STOP, ένα άλλος δεν πρόλαβε να φρενάρει, δεν ήθελε και πολύ… Οι οδηγοί, σώοι και αβλαβείς παρά το σοκ, βγήκαν από τα αυτοκίνητα και άρχισαν να φωνάζουν στην αρχή, μετά πιο μαλακά, στη συνέχεια είδε ότι αντάλλαξαν στοιχεία και άρχισαν να παίρνουν τηλέφωνα. Ασφαλιστικές, οδική βοήθεια, Τροχαία… Τα «εσύ φταις, δεν φταίω εγώ» κάλμαραν γρήγορα. Κατάσταση, φως φανάρι. Εφυγε, δεν έμεινε άλλο.

Συνέχισε, πήρε το πιο ήσυχο στενό που ήξερε και αύξησε τον ρυθμό της. Οι γειτονιές που ήξερε από παιδί άλλαζαν διαρκώς. Κάθε φορά παρατηρούσε κάτι νέο. Σχεδόν όλα τα παλιά προσφυγικά σπίτια, που κάποτε έγιναν διώροφα, πλέον ήταν «σύγχρονες» πολυκατοικίες από μπετόν, γυαλί και τελευταίας τεχνολογίας ηχομόνωση και θερμομόνωση. Λυπόταν που χάνονταν οι παλιοί κήποι, οι αυλές με τα γεράνια και τις τριανταφυλλιές. Ισως γι’ αυτό κανείς δεν έβγαινε να «κλέψει» πια λουλούδια τις παραμονές της Πρωτομαγιάς. Ελάχιστα πια τα ξύλινα παράθυρα και τα κεραμίδια. Ισως να ήταν καλύτερα, πιο αποδοτικά με όρους οικονομίας, αλλά ούτε αυτό το ήξερε. Το χώμα χανόταν από το περιβάλλον, εκτός κι αν έπεφτε σαν λασποβροχή πάνω στα αυτοκίνητα.

Στην επιστροφή, λίγο πριν φτάσει σπίτι, ένα-δυο στενά μακριά, συνειδητοποίησε πως περπατούσε με σκυφτό κεφάλι, αργά, χωρίς καρδιά. Τα κορδόνια της είχαν λυθεί, τα μαλλιά της είχαν νοτιστεί από την υγρασία. Πήγε σε μια άκρη, έφτιαξε τα παπούτσια της, και όπως κοίταξε γύρω της, είδε ένα χαλί από μοβ λουλούδια. Κοίταξε πιο πάνω. Μια ανθισμένη κουτσουπιά άφηνε τα άνθη της να πέφτουν και είχαν στολίσει το καπό ενός αυτοκινήτου και το τσιμεντένιο πεζοδρόμιο. Και έτσι όπως έφτανε ψηλά, μπροστά από τα ξύλινα βεραμάν παράθυρα της παλιάς διώροφης μονοκατοικίας, γινόταν μια έκρηξη φωτός μέσα στη μουντάδα της μέρας. Στον τοίχο κάποιος με μαύρο σπρέι είχε σχεδιάσει μια καρδιά. Και λίγο πιο κάτω δυο αρχικά γράμματα.

Πόσο της άρεσε αυτός ο συνδυασμός. Ενα ανθοφόρο δέντρο με λουλούδια στο χρώμα του πασχαλινού πένθους, δυο παλιά ξύλινα παντζούρια, ένας ξεθωριασμένος άσπρος τοίχος και μια σχεδόν ανώνυμη δήλωση αγάπης. Ευχήθηκε το αντικείμενο αυτής της ομολογίας να ήξερε ότι είναι ο αποδέκτης του μηνύματος.

Αισθάνθηκε μια ζεστασιά σ’ αυτήν τη σκέψη. Κι αφέθηκε λίγο να απολαύσει την όμορφη εικόνα. «Μα πώς δεν το είχα προσέξει τόσα χρόνια» αναρωτήθηκε. «Σχεδόν κάθε μέρα περνάω από δω». Και ύστερα, μόνη της έδωσε την απάντηση. «Είναι λόγω διάθεσης και λόγω των ημερών».