Η πιο δύσκολη, συχνά ασήκωτη, εβδομάδα του χρόνου, η εβδομάδα πριν από το Πάσχα. Η Μεγάλη. Ο συμβολισμός της φέτος είναι στο μυαλό πολλών που πενθούν για έναν δικό τους άνθρωπο ή ακόμη μπορεί να πενθούμε και για έναν κόσμο που μοιάζει να μην έχει βρει τον δρόμο του. Πάει στο φως; Ή μήπως βυθίζεται σε ένα σκοτάδι όπου κυριαρχεί η βία και η απανθρωπία; Ο,τι ξέραμε αλλάζει, διαμορφώνεται και απαιτεί να συμβαδίσουμε μαζί του.
Μα εκείνο που δεν μπορεί να αλλάξει από το κέντρο βάρους σου, ειδικά αυτές τις μέρες, είναι η ανάγκη σου να πιστεύεις πως παρά τις δυσκολίες εκεί έξω υπάρχει κάποιος που μπορεί να θυσιαστεί για σένα όταν η ανάγκη το επιτάσσει. Μικροί θεοί, οι ήρωές μας. Συνήθως είναι οι γονείς. Οταν τους χάνεις δεν θρηνείς πλέον έναν άγνωστο Θεό. Θρηνείς τη Μεγάλη Εβδομάδα για κάτι πολύ προσωπικό. Βουβά.
Υπομένοντας την κάθε Μεγάλη Μέρα που περνάει, ανεβαίνοντας τον λόφο της σταύρωσης. Βαθιά μέσα σου πιστεύεις πως γεννήθηκαν κάπου αλλού, άστρα ενός μεγάλου σύμπαντος που ποτέ δεν θα μάθεις τις διαστάσεις του. Προσεύχεσαι. Εσύ που δεν ξέρεις τα Ευαγγελία, τούτες τις μέρες προσεύχεσαι με ποιήματα, όπως αυτό του Στρατή Πασχάλη, και εύχεσαι με όλη σου την καρδιά κάποιο νεογέννητο άστρο στον μαβί ουρανό να σε ακούει και συμμετέχεις με όλο σου το είναι στην Επιτάφια Σπονδή:
«Τυλιγμένο σε λάβαρο σε σηκώνουν τα χέρια, καθώς ακούγονται χάλκινα των τσιγγάνων – τι πανηγύρι γάμου της Ζωής με τον Θάνατο – καθώς εκβάλλουν διαρκώς εδώ απ’ την Ανατολή (όπως πάντα) ροές προσφύγων μαρτύρων αργόσυρτοι ποταμοί. Σε πηγαίνουν σε λιτανεία, εκεί να σε ενταφιάσουν, όπου μπορεί και ν’ αναστηθείς τροβαδούρε με τα τραγούδια σου τ’ αυτοσχέδια που λατρεύουν οι συνοικίες. Ιερόσυλο θα με πούνε οι λόγιοι αν σου γράψω τους στίχους: “Κομματιασμένε Ορφέα στην άσφαλτο από τις μαινάδες του πεπρωμένου” Σε ραίνουν με λουλούδια όπως στα Μαγαζιά, σε πιστεύουν βαθιά γιατί ήσουν σαν κι εκείνους τους ανθρώπους του πλήθους που φυσικοί και απροσχημάτιστοι, έτσι απλά κι αθώα και τραγικά μαζί, μπορούν να χτίσουν το τσιμεντένιο σπίτι τους ακριβώς πλάι στα αρχαία ερείπια και τραγουδάνε ανατολίτικα και χορεύουν βαλκανικά μέσα στην τσίκνα, τους καπνούς των τσιγάρων και το λιβάνι, αλλά ξέρουν να κλαίνε ελληνικά έναν νεκρό.
Να κλαίνε όπως έκλαψαν οι νύμφες τον Αδωνη οι Αθηναίοι τους Τυραννοκτόνους οι Μακεδόνες βαθιά στη Βαβυλώνα τον Αλέξανδρο, κι όπως τώρα εσένα σε κλαίνε τα παιδιά και οι κοπέλες της τηλεόρασης και του διαδικτύου γιατί ήσουν Δικός τους. Μια μπάντα παίζει θρήνους “σε τρόπο λυδικό” χείλη φωτισμένα από μια λαμπάδα να ψελλίζουν σχεδόν το Η Ζωή Εν Τάφω. Βλέπεις, το πένθος δεν έχει εποχή κι είναι δίχως ιεραρχία, πάντα επίκαιρο, πάντα διακειμενικό. Το πένθος είναι η μόνη αιωνιότητα».
