ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες ημέρες ετάφη ο Νίκος Σιαπκίδης (Αθήνα 1928-2022), εκδότης της «Επιθεώρησης Τέχνης». Ενός περιοδικού που από τα Χριστούγεννα του 1954 ώς τον Φεβρουάριο του 1967 αρίθμησε 146 αξιοζήλευτα τεύχη, σε δυο τόμους ανά έτος.

Η βασανιστική βίωση της «αποσταλινοποίησης» και η συνάλληλη συνηγορία της πνευματικής ελευθερίας, χωρίς τη συνδρομή των «ταξικών» αυτοδεσμεύσεων και των προσωπικών «θυσιών» για την ευόδωση των «αντικειμενικών» συμφερόντων του κινήματος, υπήρξε θεμελιώδης όρος για την ανατοποθέτηση του προβλήματος των σχέσεων κόμματος – διανοουμένων.

Σε αυτό συμβάλλει και η άμεση γνωριμία με τη θεωρητική πλαισίωση του «ιταλικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό που, μολονότι δεν την επεξεργάζεται ένα «κόμμα συζητητών», αξιώνει την «αιτιολογημένη και ενσυνείδητη συγκατάθεση» των μελών του.

Eιδικότερα, αποστρέφεται τους υπεροπτικούς «αφορισμούς» που εκτοξεύθηκαν από μια «πολιτική καθέδρα» εναντίον αντίρροπων πολιτιστικών ρευμάτων, αλλά και συναρτά τη δημιουργία ενός «καλύτερου επαναστατικού οδηγού για την εργατική τάξη» με την ανάπτυξη του μαρξισμού και της κουλτούρας της ίδιας της Ιταλίας (Togliatti).

Συναφή λειτουργία επιτέλεσε η ελληνική απόδοση μιας συζήτησης που φιλοξένησε το πολωνικό περιοδικό «Nove Drogi» με θέμα την παρουσία των διανοουμένων στο εργατικό κίνημα.

Η αναψηλάφηση της ιδιοσυστασίας της «ιντελιγκέντσιας» στο πλαίσιο της εγχώριας εκδοχής της «αποσταλινοποίησης» παρέπεμπε στην εξάρθρωση των μηχανισμών εξουσίας σε μια κοινωνία όπου κυβερνούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, χωρίς τη συμμετοχή της «κοινής γνώμης» στην απόπειρα για τον σοσιαλιστικό της μετασχηματισμό.

Επίσης, σήμαινε την απόρριψη της «απολογητικής» εκτροπής του μαρξισμού και του εκφυλισμού της διαλεκτικής σε «λογοδιάρροια»: ο πολιτικός φορέας δεν χρειάζεται διανοούμενους για να «μυθοποιούν» και να θαυμάζουν τη «σοφία των αποφάσεών του, αλλά για να είναι οι αποφάσεις του σωστές» (Κ. Κουλουφάκος).

Ακόμη, η αξιοποίηση πολλαπλών εμπειριών της διεργασίας απεγκλωβισμού από το καθεστώς της «προσωπολατρίας», σε μια χώρα όπου η ήττα του κομμουνιστικού της κινήματος ωθούσε στην (αυτο)κριτική επισήμανση των λαθών του, εξόπλισε τους αριστερούς διανοούμενους (το κείμενο του Γκράμσι για τη διαμόρφωση των «intellettuali organici» μεταφράστηκε κάπως αργά, μόλις το 1966 από τον Μ. Φουρτούνη) με τα αναγκαία αντισώματα για την έγκαιρη και αποτελεσματική απόκρουση των κομματικών επεμβάσεων στο πεδίο της πνευματικής εργασίας.

Ακριβέστερα, οι μεταφραστές αυτών των κειμένων διασφαλίζουν, μαζί με πλειάδα συνεργατών της Επιθεώρησης Τέχνης, το δικαίωμα της ανεμπόδιστης άνθησης της πνευματικής παραγωγής, χωρίς να διστάσουν να στηλιτεύσουν τον διωγμό των σοβιετικών συναδέλφων τους.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών της «Β’ εβδομάδας σύγχρονης σκέψης», που οργανώνεται από τους ίδιους ή συγγενικούς κλάδους διανοουμένων, και με ερεθιστική αφορμή την πρόσφατη εναντίωση σ’ αυτή τη δίκη της Μόσχας, ο Γκαροντί αναλύει απόφαση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για την ευθύνη του κόμματος απέναντι στην προσωπική συνειδητοποίηση του καλλιτέχνη και συνάμα για την αναγνώριση ότι μόνον αυτός θα επιλέξει τα εκφραστικά μέσα για την πραγματοποίηση του χρέους του. Δηλαδή, τον σεβασμό στην «ειδοποιητικότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας» και την άρνηση να τη μετατρέψουν (όπως στην περίοδο του Ζντάνοφ) σε «μπροσούρα προπαγάνδας» ή σε αφίσα.

Το πρώτο ωστόσο σκέλος αυτής της οδηγίας εγείρει αμφισβητήσεις για τη σκοπιμότητα της κομματικής βοήθειας στην ορθή σύλληψη των «νόμων της ανάπτυξης» από μέρους των διανοουμένων, ακόμη κι όταν γίνεται λόγος για την «επιστημονική μέθοδο» με την οποία τους ανακαλύπτουμε (Πατρίκιος, Τσίρκας, Χατζιδάκη).

«Στην Επιθεώρηση Τέχνης» δημοσιεύτηκε ο στίχος: «οι ποιητές κατοικούν έξω απ’ το φόβο» από συγγραφέα (Βρεττάκος) που είχε επικριθεί για τον «ουμανιστικό» τόνο των έργων του. Πράγματι, το περιοδικό αυτό ευνόησε τις συζητήσεις για την «αντικειμενικότητα» της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τη συνάφειά της με την κοινωνική «βάση», επέδειξε ξεχωριστή ευαισθησία για τη διάδοση των μετασταλινικών αισθητικών και γενικότερα φιλοσοφικών επεξεργασιών, ενδιαφέρθηκε για τα επίκαιρα θέματα της εγχώριας πολιτι(στι)κής ζωής, αντιπαρατέθηκε με γνώση και πάθος στην πνευματική καχεξία που επιδίωκε να επιβάλει η «συντηρητική» (ο χαρακτηρισμός δεν πήγαζε από μια εύκολη ετικέτα της ζντανοφικής νοοτροπίας) διανόηση και δεν στόμωσε την κριτική του, ακόμη κι όταν στο στόχαστρό του ήταν τα ατοπήματα συνεργατών του, όπως συνέβη με την περίπτωση του έργου «Η Ελληνική Ποίηση Ανθολογημένη».

Από τις στήλες του άλλωστε απομυθεύθηκε η συνταγή αποφυγής της «ιδεολογικής συνύπαρξης» που είχε επιδοθεί μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ για την πρόληψη «επικίνδυνων» διολισθήσεων του «μαρξισμού-λενινισμού» με πρόσχημα τάχα την «αποσταλινοποίηση» και την «ειρηνική συνύπαρξη».

Αν ο Μαρξ δεν κληροδότησε ένα «ρεπερτόριο φράσεων για τσιτάτα», αλλά μια μέθοδο για την ορθή σύζευξη της επιστημονικής γνώσης (και όχι της «ιδεολογικής» επικάλυψης) του ιστορικού γίγνεσθαι με την επαναστατική πράξη για την ώθησή του, τότε αποδεικνύεται περιττό το «άκαμπτο σύστημα» της «μονολιθικής ιδεολογίας» (βλ. το βιβλίο μου: «Η σοσιαλιστική σκέψη», τ. Δ’, 1994, 72-77· από τις «πηγές» της εποχής βλ. Κ. Κουλουφάκος, «Ενα υπόμνημα για την Επιθεώρηση Τέχνης» [1964], επιμ. Φ. Ηλιου, Αρχειοστάσιο, τχ.2 (Ιούν. 2000) 41-86. Βλ. επίσης Φ. Ηλιού, «Το πολιτικό πλαίσιο της Επιθεώρησης Τέχνης», Τα Ιστορικά, τχ. 22 (Ιούν. 1995) 165-171. Και για να μην ξεχαστεί το «Εικοσιένα» μνημονεύω τρία κείμενα (Χ. Θεοδωρίδης, Γ. Ιωάννου, Σ. Μάξιμος) με αντικείμενο το «πρόβλημα Καποδίστριας»…

*Oμότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων