Κώστας Μαρούντας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις κρίσιμες και σημαντικές συνάμα χωροχρονικές συγκυρίες, όπως φερ΄ειπείν ο πόλεμος στην Ουκρανία, γράφεται και ιστορία και παραϊστορία. Αυτή είναι μία παραδοχή που υπερβαίνει τους ανθρώπινους υποκειμενισμούς και για να λέμε και την αλήθεια εκθέτει και αρκετούς από αυτούς…

Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η καταγραφή των γεγονότων, οι επίσημες τοποθετήσεις κάθε εμπλεκόμενης πλευράς, οι δίκαιες και εύστοχες αποτιμήσεις της κεντρικής ιδέας κάθε πηγής, δηλαδή οι ερμηνείες και οι εκτιμήσεις που διακατέχονται από «βαθιά ριζωμένη» διάθεση να κατανοήσουν τα γιατί και τα πώς. Παραϊστορία είναι οι προπαγάνδες, τα ψέματα, τα fake news, οι εμμονές, τα απωθημένα, τα συμπλεγματικά βέλη, οι μικροπρέπειες, όλα εκείνα τα στοιχεία που αλλοιώνουν την πιστότητα και την αντικειμενικότητα μίας άποψης.

Γιατί μπορεί οι απόψεις να είναι πάντοτε υποκειμενικές, όχι μόνο η έκφρασή τους…, όμως πρέπει πάντα να στηρίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία. Μπορείς να ισχυρίζεσαι οτιδήποτε θέλεις να πιστεύεις, δεν μπορείς όμως να αλλοιώνεις τα πραγματικά γεγονότα. Το θέμα, βέβαια, είναι αν μπορούμε να βρούμε, ακόμα και αν έχουμε κάθε καλή προαίρεση, την πραγματικότητα και τους όρους της… Για να μπορέσουμε να επιχειρηματολογήσουμε για έναν πόλεμο πρέπει πρώτα να ανα-γνωρίσουμε μέσα μας τις αιτιάσεις όλων των πλευρών. Σε κάθε διαμάχη, η κάθε πλευρά φροντίζει το βασικό της επιχείρημα είτε να είναι «βουτηγμένο για τα καλά στην άχνη της αληθοφάνειας», είτε να εστιάζει σε αυταπόδεικτες πραγματικότητες. Τώρα για το τι είδους χρήση θα ακολουθήσει, αυτό είναι μία άλλη -πονεμένη τις περισσότερες φορές- «ιστορία»…

Νομίζω πως μία καλή μεθοδολογία για να μπορέσει κάποιος να καταλήξει σε ορισμένα βασικά συμπεράσματα για μία δύσκολη υπόθεση, στην οποία η προπαγάνδα «αλωνίζει»…, είναι το να καταρτίσει αρχικά μία λίστα με δικά του ερωτήματα. Κι ύστερα -αφού έρθει σε επαφή με το εύρος των διαφορετικών προσεγγίσεων- να δώσει απαντήσεις. Βέβαια, το να θέσεις ερωτήματα που κινούνται στην επικράτεια του γνήσιου, του ουσιαστικού και του προωθητικού, δεν είναι κάτι εύκολο και χρειάζονται «προαπαιτούμενα» (κυρίως ατομικής χροιάς και ανάλογης ποιοτικής σύστασης)…

Κινούμενος μέσα σε αυτό πλαίσιο, για να προσπαθήσω κι εγώ να καταγράψω κάποια τέτοια ερωτήματα, δίνοντας σε αυτή μου την απόπειρα τον τίτλο «ερωτήματα πολέμου ή πολεμικές ερωτήσεις»:

Γιατί στη δημόσια συζήτηση που λαμβάνει χώρα για τον πόλεμο στην Ουκρανία στα ελληνικά media δεν γίνεται αναφορά στις επίσημες διακηρυγμένες προθέσεις του σύγχρονου δόγματος του ΝΑΤΟ (που αναδεικνύει-προσδιορίζει συγκεκριμένους αντιπάλους για τη συμμαχία στις επόμενες δεκαετίες); Τους φαίνεται ασήμαντη λεπτομέρεια κάτι τέτοιο ή μήπως… δεν μπορούν να βρουν… αυτό το δόγμα στο internet ή σε άλλες πηγές…;

Ακόμα και αν ο οριστικός διαχωρισμός των δύο στρατοπέδων, Δύση και Ανατολή, θεωρείται πια αναπότρεπτος, ποιες δυνάμεις θα επικρατήσουν στο εσωτερικό της κάθε χώρας που έχει κομβικό ρόλο στον επηρεασμό των κυρίαρχων τάσεων του κάθε στρατοπέδου; Εκείνες που συμβιβάζονται με συγκεκριμένα μερίδια (άρα και με την υιοθέτηση μεγαλύτερης ποσότητας μετριοπάθειας) ή εκείνες που θέλουν «το τράβηγμα του σκοινιού» με σκοπό την πρόκληση σημαντικών (έως και «αθεράπευτων») πληγών στον αντίπαλο (με μακροχρόνιο κιόλας χαρακτήρα);

Ποιοι είναι οι πραγματικοί συσχετισμοί στρατιωτικής ισχύος ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και στη Ρωσία και την Κίνα; Μπορούν τα διάφορα αρμόδια επιτελεία των δύο πλευρών να προετοιμάζονται για μελλοντικές «χειρουργικού τύπου» έξυπνες λειτουργικότητες που θα τους αποφέρουν οφέλη δίχως να παρασύρουν την ανθρωπότητα σε έναν πυρηνικό όλεθρο ή θα επιλεχθεί κάποια στιγμή μία στρατηγική στην οποία το «όλα για όλα» θα έχει πολλές πιθανότητες εφαρμογής;

Θα κάνουν πίσω οι Ευρωπαίοι από τη σημερινή «τιμωρητική» απέναντι στη Ρωσία πρεμούρα τους, όταν μαλακώσουν -ελπίζουμε όλοι το συντομότερο δυνατό…- οι συνθήκες; Θα μπορέσουν έγκαιρα οι αναλυτές και η κοινή γνώμη σε μία σειρά ευρωπαϊκών χωρών να αντιληφθούν πλήρως τις πραγματικές προθέσεις των εξουσιαστικών τους κέντρων για τη Μόσχα; Η Ευρώπη έχει συμβιβαστεί με το ρόλο που της επιφυλάσσουν οι ΗΠΑ από εδώ και πέρα ή πιστεύει πως στην πράξη θα μπορέσει να προκύψει ενεργότερος, σημαντικότερος και περισσότερο προσοδοφόρος για την ίδια ρόλος;

Η Γερμανία, που επανεξοπλίζεται (παραπέμποντας τις μνήμες σε αλησμόνητα δρώμενα του 20ου αιώνα), πόσο ανεξάρτητη θα είναι πλέον από τον αμερικανικό έλεγχο; Πόσο κοντά θα έρθει ή πόσο μακριά θα πάει, σε σχέση με τη Γαλλία; Ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι της γερμανικής εξουσιαστικής ελίτ για τη διεθνή παρουσία της στις επόμενες δεκαετίες; Ενδέχεται αυτοί να αναθεωρηθούν κάποια στιγμή ξανά στο μέλλον; Ποια η θέση της Βρετανίας στο νέο πολυπολικό σκηνικό που χτίζεται, πια, με τέτοια ένταση και με τέτοια ταχύτητα; Πώς αντιλαμβάνεται την έννοια του δικού του οφέλους σε όσα γίνονται, και κυρίως στα όσα θα γίνουν…, το επίσημο κράτος του Ισραήλ;

Όταν οι πολιτικοί ηγέτες των μεγάλων σύγχρονων κρατικών δυνάμεων διαβάζουν ιστορία στα δωμάτιά τους, όταν είναι μόνοι τους και συσκέπτονται μονάχα με τη συνείδησή τους, τους γεννιέται άραγε το εσωτερικό αίσθημα του να πάρουν ρεβάνς για τις ζημιές που θεωρούν πως έχουν πάθει οι χώρες τους στο παρελθόν ή διδάσκονται τι πρέπει να αποφύγουν στο μέλλον για να περιοριστεί κάθε πιθανότητα για καινούριες ζημιές;

Ο νέος κόσμος που δρομολογείται εδώ και δύο χρόνια παγκοσμίως, σε πόσους ανθρώπους μπορεί να εξασφαλίσει αποφυγή της χειροτέρευσης των συνθηκών ζωής; Ο καπιταλισμός έχει παραδοθεί στον ιμπεριαλισμό σε μία πορεία «δίχως φρένα» ή οι πολιτικές επεμβάσεις μπορούν να θέσουν όρια στην ευρύτερη αντιπαράθεση και να αποτρέψουν δεινά σε μεγάλη κλίμακα; Θα δικαιωθεί ο γνήσιος μαρξισμός ή ο σύγχρονος μπερσταϊνισμός θα εξασφαλίσει κάποιες σταθερές; Οι κοινωνίες είναι έτοιμες να εξοβελίσουν με μαχητικό τρόπο περαιτέρω δυσχέρειες ή έχουν παραδοθεί σε έναν όψιμο «αυτόματο πιλότο» και τα περιμένουν όλα από τις ηγεσίες τους; Οι πνευματικές και ψυχιστικές φθορές που έγιναν στα χρόνια των μεταμοντέρνων επιτηδεύσεων επιτρέπουν αισιοδοξία για την όσο το δυνατόν γρηγορότερη σμίλευση κοινών ταυτοτήτων που θα επιφέρουν αγωνιστική ανάταση σε διάφορα ανοιχτά κοινωνικά μέτωπα;

Μπορεί να πει κάποιος, και να είναι σωστός σε αυτό του το συμπέρασμα, πως το ΝΑΤΟ «άδειασε» επί της ουσίας τον Ζελένσκι, για να μπορεί η δυτική επικοινωνιακή «καταιγίδα» να καθίσει «στο εδώλιο της παγκόσμιας κατακραυγής» τον Πούτιν και να δικαιολογήσει τις νέες οικονομικές συνθήκες που δρομολογούνται αυτές τις μέρες; Ο Ζελένσκι λειτουργεί βάσει κάποιου μακροχρόνιου σχεδιασμού που στοχεύει στην ουκρανική ευημερία ή διακατέχεται από ένα υποδεικνυόμενο κρεσέντο όψιμων αντιδράσεων (που φλερτάρουν με έναν αδύναμο ηθικισμό που μάλλον επιχειρεί να καλύψει την υλική και όχι μόνο ένδεια, που διογκώνεται στο πέρασμα των ημερών, ως απόρροια της ρωσικής πολεμικής επέμβασης);  

Γιατί η Ουκρανία δεν έχει προβεί σε δικές της επιθετικές κινήσεις στο έδαφος της Ρωσίας ως αντίποινα, ή ως επιχειρησιακό αντιπερισπασμό που θα της αποφέρει άμεσα κέρδη σε διάφορους απαραίτητους τομείς; Όπως, δηλαδή, αρμόζει και συνηθίζεται σε μία πολεμική επιχείρηση τέτοιας σημασίας. Από την άλλη, γιατί η ρωσική στρατιωτική μηχανή δεν κινείται στο μέτωπο ολιστικά, αξιοποιώντας την τεράστια δυναμική που θεωρητικά έχει η εκσυγχρονισμένη πολεμική αεροπορία της;

Πόσο θα επηρεαστεί η μεταπολεμική συνύπαρξη της Ρωσίας με τη Δύση σε διάφορους τομείς όπως ο πολιτισμός, η επιστήμη και ο αθλητισμός; Είναι οι ευρωπαϊκές αγορές εξίσου ελκυστικές όπως μπορεί να ήταν στο πρόσφατο παρελθόν ή το «εξαναγκαστικό» άνοιγμα του Πούτιν σε αγορές της Ασίας φτάνει και «παραφτάνει» για μία μελλοντική ανάταση και ευδοκίμηση της ρωσικής οικονομίας; Η κρατικοποίηση των επιχειρήσεων, που αφήνουν ατάκτως οι δυτικές μετοχικές συνθέσεις στο ρωσικό έδαφος, θα μπορούσε να γίνει «αναίμακτα» αν δεν είχε δρομολογηθεί το σημερινό ουκρανικό δράμα;

Ποια είναι τα περιθώρια που έχει μία χώρα σαν την Ελλάδα για να κινηθεί αυτόνομα σε ένα τέτοιο ασφυκτικό διεθνές σκηνικό; Αν το εγχώριο αστικό πολιτικό σύστημα είχε την τύχη να διαθέτει χαρισματικές ηγετικές προσωπικότητες, όπως στο μακρινό παρελθόν, θα μπορούσε να διεκδικήσει περισσότερα πράγματα για λογαριασμό της χώρας-επανακτώντας παράλληλα και τη χαμένη στο σήμερα κοινωνική-λαϊκή εμπιστοσύνη;

Αφού έχω παραδοθεί για τα καλά λοιπόν σε αυτό το κρεσέντο αποριών και ερωτήσεων, ας θέσω και κάποιες ακόμα, εκτιμώντας πως κάποτε -όταν βγουν στη δημοσιότητα τα ανάλογα αρχεία- θα επικεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό η προσοχή και το ενδιαφέρον όλων στα όσα συνέβησαν στο κρίσιμο «προπολεμικό» χρονικό διάστημα. Π.χ., πού είχαν καταλήξει οι συνομιλίες Πούτιν-Μπάιντεν; Τι είχε ενημερώσει η μία πλευρά την άλλη, για τις προθέσεις και τις επερχόμενες κινήσεις της; Πού είχαν συμφωνήσει και πού είχαν διαφωνήσει; Είναι σε θέση να προχωρήσουν γρήγορα σε μία νέα Γιάλτα ή κρίνουν πως δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο γιατί συνιστά μία τυπικότητα και μόνο;

Aυτά είναι ορισμένα από τα πάρα πολλά ερωτήματα που έρχονται αυτές τις μέρες στα μυαλά πολλών ανθρώπων, όχι μόνο στο δικό μου… Όποιες απαντήσεις και αν επιλέξουμε να προτάξουμε, το σίγουρο είναι ένα: κάποια στιγμή όλα τα ερωτήματα θα απαντηθούν από την ίδια την ιστορία. Δεν το λέω αυτό για να ξεφύγω από το να απαντήσω, αλλά γιατί γνωρίζω πως κάποια πράγματα μας υπερβαίνουν… Δεν είναι κακό, ούτε υποτιμητικό, να καταλαβαίνουμε τους πραγματικούς συσχετισμούς. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με καταλυτική την επεμβατικότητα του κοινωνικού-λαϊκού παράγοντα, πραγματώθηκαν σε πολλά μέρη του πλανήτη συνθήκες που προσέφεραν αρκετά καλά για τους περισσότερους ανθρώπους. Μπορεί να γίνει κάτι αντίστοιχο και στο σήμερα; Πάλι, η ιστορία θα μας απαντήσει…. Ας τη βοηθήσουμε, όμως, να μας χαμογελάσει, γιατί «αν χάσουμε το τρένο» τώρα στην αρχή, μετά ίσως να είναι πολύ αργά για την αποφυγή πολύ άσχημων συνεπειών. Το λέω και το ξαναλέω, γιατί κρίνω πως εκεί θα κριθούν πολλά. Σχεδόν τα πάντα…


YΓ. Βλέποντας ποιοι και με ποιους τρόπους υπερθεματίζουν στο εγχώριο αντιρωσικό μέτωπο, που έχει αναπτυχθεί σε διάφορες δημοσιολογικές εστίες, το μόνο αποτέλεσμα που προκύπτει όσο προχωράει ο καιρός είναι να ενισχύονται σε απήχηση οι ρωσικές θέσεις ή τέλος πάντων να γίνονται πιο γνωστές οι αιτιάσεις της Μόσχας σε ευρύτερα ακροατήρια. Όπως είχε συμβεί για παράδειγμα και με τη συντονισμένη προπαγάνδα «των συστημικών» στο δημοψήφισμα του 2015…