Αν και είναι ακόμη νωρίς, μπορεί να γίνει μια πρώτη αποτίμηση της κατάστασης στο ουκρανικό μέτωπο και του πώς μπορεί αυτή να εξελιχθεί: αν η Ρωσία μείνει απλώς στην επίτευξη μερικώς ή ολικώς των τεθέντων στόχων της (δηλαδή, τη δημιουργία μιας ευρείας ζώνης ανάσχεσης μεταξύ των «δημοκρατιών» του Ντονμπάς και του Λουχάνσκ από τη μια μεριά και της Ουκρανίας από την άλλη, την ένωση των νέων αυτόνομων περιοχών με την Κριμαία για τη δημιουργία μιας ενιαίας ζώνης υπό ρωσική επιρροή και προστασία, την εγκατάλειψη κάθε σκέψης για την προσχώρηση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ), οι ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις θα είναι μικρής διάρκειας.
Η Μόσχα θα προσπαθήσει να έχει, με κάποιον τρόπο, και λόγο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στο Κίεβο την επόμενη, μετά την παύση των εχθροπραξιών, μέρα, αλλά πιστεύω ότι κατανοεί πως μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία της στα εδάφη δυτικά του Δνείπερου θα την εκθέσει σε τεράστιους κινδύνους. Και αυτό γιατί η συμπεριφορά της Ρωσίας, ακόμη και σήμερα, εκπορεύεται περισσότερο από φοβικά σύνδρομα (με προεξάρχοντα τον φόβο της περικύκλωσης) παρά από προσπάθεια επιβολής στο πεδίο των υπαρκτών ηγεμονικών της ορέξεων.
Από την άλλη μεριά, μια πρώτη αποτίμηση των αντιδράσεων στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει έναν πρωτόλειο οδηγό για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται σήμερα το διεθνές σκηνικό. Οι αντιδράσεις των δυτικών χωρών δείχνουν ότι η Ρωσία έπεσε μέσα στους στρατηγικούς υπολογισμούς της: η Ευρώπη κατατρύχεται από τη γνωστή παλινδρόμηση μεταξύ οικονομικών και ενεργειακών εξαρτήσεων και επιταγών ασφαλείας, η Δύση, γενικώς, έχει ξεμάθει να πολεμάει, η διεθνής κοινότητα θα μείνει στις λεκτικές καταδίκες.
Η εκτίμηση πολλών –και στην Ελλάδα ακόμη– ότι κερδισμένες από την κρίση θα βγουν οι ΗΠΑ δεν λαμβάνει υπόψη της το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό: οι εκλογές για τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων είναι κοντά και οι Ρεπουμπλικανοί είναι ικανοί να εκμεταλλευθούν αυτό που μπορεί να φανεί ως αδυναμία της Ουάσινγκτον να ανταποκριθεί στον ηγετικό της ρόλο.
Για την τουρκική κυβέρνηση, η ουκρανική κρίση αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία αποτίναξης ευθυνών για τα λάθη στον χειρισμό της οικονομικής κατάστασης, προσφέρει μια σειρά ευκαιριών οικονομικών και πολιτικών (π.χ. η Αγκυρα ως διαπραγματευτής, ειρηνοποιός και ενδιάμεσος, ως πέρασμα αζερικού πετρελαίου και ισραηλινού φυσικού αερίου), αλλά, βεβαίως, συγχρόνως σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια εποχή κατά την οποία ο Ερντογάν θα έχει όλο και λιγότερο χώρο για τους συνηθισμένους ελιγμούς του.
Τα περιθώρια κίνησης μεταξύ των ΝΑΤΟϊκών δεσμεύσεων και των απειλών για ρωσικούς αντιπερισπασμούς τόσο στη Μαύρη θάλασσα όσο και στη Συρία είναι εξαιρετικά στενά. Και, τέλος, στην Ελλάδα, η σύνδεση της ουκρανικής κρίσης με πιθανή μίμηση της ρωσικής συμπεριφοράς από την εξ Ανατολών γείτονα φανερώνει δυστυχώς την αδυναμία μας να δούμε τον κόσμο καθαρά, χωρίς τη συνεχή παραμόρφωση που προκαλούν οι φοβίες μας.
*καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
