Στις 30/1/2022, στο θέατρο «Ολύμπια», στο πλαίσιο του προγραμματισμού του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων και της περσινής επετείου του 1821, παρουσιάστηκε συναυλιακά η όπερα «Ανδρονίκη» του Αλέξανδρου Γκρεκ (1876-1959).
Στην παράσταση συμμετείχαν η Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία του Δήμου Αθηναίων, η Χορωδία Μικρών Μουσικών του Ωδείου Αθηνών και Ελληνες μονωδοί υπό την φροντισμένη διεύθυνση του Νίκου Αθηναίου. Η μοναδική (;) όπερα του Κερκυραίου συνθέτη λογιζόταν μέχρι πρόσφατα χαμένη. Ωστόσο το 2014 εντοπίστηκε στο υπό ταξινόμηση παλαιό αρχείο του Ωδείου Αθηνών αναγωγή της για φωνές και πιάνο, συνοδευόμενη από δίγλωσσο λιμπρέτο.
Ο νεαρός Γκρεκ συνέθεσε την «Ανδρονίκη» στην Κέρκυρα στα 1899-1905. Μόλις είχε επιστρέψει από τετραετείς σπουδές στο Ωδείο της Νάπολης, συνήθη τόπο επιμόρφωσης για διαδοχικές γενιές Επτανήσιων συνθετών. Το λιμπρέτο της βασίζεται στο δημοφιλές μυθιστόρημα του Στέφανου Ξένου «Η ηρωΐς της Ελληνικής Επαναστάσεως» (Λονδίνο, 1861), εκτενές ψευδοϊστορικό έργο έντονα πατριωτικού χαρακτήρα, που διαβάστηκε πολύ στην εποχή του ως ιστορικό της Ελληνικής Επανάστασης.
Γνωρίζουμε μόνο μία σκηνική παρουσίαση της «Ανδρονίκης», στην Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια, 1911), όπου ο συνθέτης έζησε για δεκαετίες (1911-1948) δραστηριοποιούμενος ως μείζων παράγων της μουσικής ζωής του αιγυπτιωτικού Ελληνισμού. Για την πρώτη σύγχρονη παρουσίασή της ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών, συνθέτης/αρχιμουσικός Νίκος Αθηναίος, αποκατέστησε μουσικολογικά το ευρεθέν υλικό και, αναγκαστικά, έκανε πλήρη ενορχήστρωση.
Η «Ανδρονίκη» έχει πολλές, ωραίες σελίδες χυμώδους μελωδίας και περιπαθούς λυρικού τραγουδιού. Η ακρόαση κινητοποίησε αντιφατικούς συνειρμούς, αποκαλύπτοντας μιαν επτανησιακή όπερα αναμενόμενα ιταλικού ύφους αλλά με προφανή, δεσπόζοντα ελληνικά/ανατολίτικα ακούσματα.
Αυτό το πρώιμα εθνικοσχολικό στίγμα επεδίωξε ο συνθέτης συνειδητά, με πατριωτική θέρμη στη δεδομένη ιστορική στιγμή της εγχώριας μπελ επόκ. Η μουσική δραματουργία της όπερας ρέει με στερεότυπες, βεριστικού τύπου διατυπώσεις, ενώ παλινδρομεί ετερόκλητα ανάμεσα σε ιταλικά πρότυπα διαφορετικών εποχών: «Τραβιάτα», «Τόσκα», «Τζιοκόντα», «Αντρέα Σενιέ», «Ρέα», «Παλιάτσοι»… Ταυτόχρονα φλερτάρει με την «grand opéra» (μπαλέτο Γ΄ Πράξης) ενώ πατά σε ένα κάπως απλοϊκό λιμπρέτο τύπου πρώιμου Βέρντι.
Ανιση ήταν η διανομή. Ο έμπειρος βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος ενσάρκωσε τον α λα Ιάγο-Σκάρπια-Μπάρναμπα «κακό» της όπερας (Βάρθακας) θαυμάσια, με μουσικότητα, στιλιζαρισμένη θεατρικότητα και σκοτεινό πάθος. Ωραίο, εύπλαστα μελωδικό τραγούδι συνεισέφερε με την υγιή, γλυκιά φωνή του ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου (Θρασύβουλος).
Η νεαρή υψίφωνος Βάσια Αλάτη ενσάρκωσε μιαν εύθραυστη, δροσερή, συγκινητικής ειλικρίνειας Ανδρονίκη, ωστόσο η γραφή του Γκρεκ απαιτεί καταφανώς μεγαλύτερη, πιο μεστή φωνή. Συμμετείχαν επίσης οι Μάιρα Μηλολιδάκη (Διαμάντω), Κώστας Μαυρογένης (Λάμπρος), Δημήτρης Κασιούμης (Καραλής) και Αγγελική Καθαρίου (Οδαλίσκη).
Η «Ανδρονίκη» δεν είναι το κομβικό αριστούργημα που θα αλλάξει την ιστορία της ελληνικής μουσικής. Ομως συνυπογράφει την προτίμηση και το αμείωτο ενδιαφέρον των Ελλήνων της εποχής –συνθετών και αστικού φιλόμουσου κοινού- για την (ιταλική) όπερα, οι οποίοι, επίσης, συλλαμβάνουν την πολιτική/ιδεολογική εργαλειοποίησή της.
Ασφαλώς, ένα πλήρες, σκηνικό ανέβασμά της παραμένει ζητούμενο. Προϋπόθεση είναι να είναι αισθητικά ψαγμένο, να υλοποιηθεί με ισορροπημένη διανομή και, κυρίως, με σκηνοθεσία που θα διαχειριστεί ευφυώς το πατριωτικό της στίγμα και θα εξισορροπήσει λειτουργικά τον δραματουργικό και μουσικοαισθητικό αναχρονισμό της. Καθώς οι μουσικολόγοι συνεχίζουν να ερευνούν αρχεία, νέες ανακαλύψεις θα συμπληρώνουν κενά, γεφυρώνοντας ασυνέχειες στο μωσαϊκό της Ιστορίας της ελληνικής μουσικής των τελευταίων δυο αιώνων.
Ετσι, με βασανιστική αργοπορία, συγκροτείται η ζητούμενη συνολική ιστορική αφήγηση· μια αφήγηση που κάποτε εκπλήσσει αλλά, όχι απροσδόκητα, δεν ανταποκρίνεται πάντα σε παγιωμένες πεποιθήσεις ή προσδοκίες.
Πρόκειται για δημοφιλή έργα-φαντάσματα, συνήθως όπερες ή οπερέτες, που η παρουσία τους πλανιόταν ατεκμηρίωτα υπερεκτιμημένη επί δεκαετίες στη ρηχή μεταπολεμική μουσική ιστοριογραφία· παλιά, λησμονημένα έργα που επειδή τα ξανακούμε σήμερα με υπερβολική καθυστέρηση μοιραία τα προσλαμβάνουμε με παρανοήσεις και πρωθύστερες εκτιμήσεις· έργα που, για να ακουστούν ζωντανά, απαιτούν σοβαρής έκτασης αποκαταστάσεις και συμπληρώσεις του σωζόμενου μουσικού υλικού, θέτοντας σοβαρά θέματα αυθεντικότητας.
Οπως στις αναστηλώσεις αρχαίων μνημείων, για τη σοβαρή αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων δεν υπάρχουν εύκολες –και οπωσδήποτε όχι οριστικές- λύσεις: ειδικά στις περιπτώσεις άνισα σωζόμενων επτανησιακών λυρικών έργων, η διαδρομή προς τη μουσική πατριδογνωσία είναι ένα ανοιχτό εγχείρημα αυξημένης εγρήγορσης.
