ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, πεζογράφος, αισθητικός, κριτικός, μεταφραστής και φιλόλογος ο Κώστας Βάρναλης, που αναχώρησε για τους επουράνιους ιάμβους πλήρης ημερών, σαν σήμερα το 1974, βιοπορίστηκε επί συναπτά έτη στις εφημερίδες, υπηρετώντας σχεδόν όλα τα είδη του δημοσιογραφικού λόγου. Αντιγράφω εύγλωττα αποσπάσματα από χρονογράφημά του στην «Πρωία», παρμένα από τον τόμο «Τα φέιγ βολάν της Κατοχής» (Καστανιώτης, 2007), με τίτλο «Πριν σαράντα χρόνια». Καίτοι έχουν παρέλθει κάπου 120 χρόνια από τότε που γράφτηκε, διατηρεί στο ακέραιο την επικαιρότητά του. Ιδού:

«“ΟΙ ΑΙΩΝΕΣ αντιγράφουν αλλήλους”, λένε οι μεν. “Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης”, λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Ομως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. “Ανω ποταμών χωρούσι παγαί”. Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτή τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κ’ εγώ δεν έχω». Αυτά έλεγε παλαιός νοσταλγός των περασμένων.

«ΘΥΜΑΜΑΙ εδώ και σαράντα χρόνια την Αθήνα τέτοιες μέρες. […] Η κίνηση της παραμονής των Χριστουγέννων στην Αγορά, που έκανε τόσην εντύπωση τότε, τώρα μου φαίνεται αστεία. Υπήρχε περισσότερο πράμα παρά κόσμος. Το μοσχάρι δυο δραχμές την οκά, οι κότες ένα τάλιρο η μία, το τυρί Παρνασσού τέσσερις δραχμές και το σεμογδαλένιο καρβέλι άλλες τόσες. Φτωχός φοιτητής, έτρωγα στα υπόγεια της οδού Αθηνάς ή στου Κόπανου στην οδό Σόλωνος. Πενήντα λεφτά η μερίδα το αρνάκι του γάλακτος καπαμά και σαράντα το μοσχάρι βραστό. Η φασουλάδα δυο δεκάρες και το κρασί τέσσερις! Την παραμονή όμως των Χριστουγέννων και του Νέου Ετους μαζευόμαστε όλοι οι συμπατριώτες (σπουδαστές ή εργάτες) και κάναμε τη βόλτα μας στην Αγορά και στην οδό Ερμού για να ιδούμε την “κίνηση”. Μόνο να ιδούμε. Γιατί οι κολλαριστοί “λιμοκοντόροι”, τα μονόδραχμα, που μοιάζανε με μεγάλα γραμματόσημα, μας λείπανε.

»ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΤΥΧΑΙΝΕ κάποιος από μας να έχει πάρει το μηνιάτικό του, ε, τότε εκλέγαμε φροντιστή μας τον Κιουλάμπεη (έναν άντρακλα έως εκεί απάνου, ψιλικατζή το επάγγελμα, αλήτη τον περισσότερο καιρό, φωνή καμπάνα και εύθυμο όσο δεν παίρνει) να ψωνίσει μισό αρνί κ.λπ. και να το ετοιμάσει για το βράδυ. Αλλά μια χρονιά μάς την έσκασε. Πήρε το ρεφενέ μας και χάθηκε. Το βράδυ τον περιμέναμε να φέρει το ταψί, η ώρα περνούσε αλλά πουθενά ο φίλος. Ψάξαμε και επιτέλους τον βρήκαμε. -Πού είναι το γιουβέτσι; -Αύριο δεν είπαμε; -Τι αύριο, ψεύτη! Δώσε μας τα λεφτά πίσω! -Τα έχω σπίτι… “Πιάσε το στραβό και βγάλε του τα μάτια”, λέει η παροιμία. Εκείνο το βράδυ γιορτάσαμε με μπακαλιάρο και κουνουπίδι σαλάτα, βερεσέ. Μακάρι να το είχα και τώρα το βερεσέ».