ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τη δεκαετία του 1970 άρχισαν να γίνονται απτά τα σημάδια κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας, ευρωπαϊκής και μη, παρότι στη δεκαετία του 1980 στη νότια Ευρώπη κυριάρχησαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Η κρίση μπορεί να αποδοθεί σε τρεις παράγοντες: στη μεταβολή του ακροατηρίου, στις αθέλητες συνέπειες του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου και στην έκβαση της διαπάλης των ιδεών.

Η σοσιαλδημοκρατία και γενικότερα η Αριστερά υποστηρίχτηκαν παραδοσιακά κυρίως από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Με τις αλλαγές στην κοινωνική δομή, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970, και την παράλληλη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το αριθμητικό βάρος των ομάδων αυτών μειώθηκε και η ψήφος τους, όπως έδειξε ο Γ. Μοσχονάς, διαφοροποιήθηκε. Ανερχόμενοι μικροαστοί στράφηκαν σε άλλους χώρους και μεγάλο μέρος των νέων, εμφορούμενο από αυτό που αποκλήθηκε «μετα-υλικές αξίες», στράφηκε σε νέα κόμματα, κυρίως οικολογικά.

Το εξαιρετικά πετυχημένο δόρυ της σοσιαλδημοκρατίας, το κοινωνικό συμβόλαιο, αμφισβητήθηκε. Θεωρήθηκε ότι απέληξε σε ανεξέλεγκτη διεύρυνση του κράτους με δύο αθέλητες αρνητικές συνέπειες. Σύμφωνα με την πρώτη, ο «κρατισμός» δυσχέραινε κάθε πρωτοβουλία, ιδιωτική και συλλογική, και την οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, πολιτικοί επιστήμονες έκαναν λόγο για νεο-κορπορατισμό, τη συγκρότηση, δηλαδή, ομάδων συμφερόντων μέσα στο κράτος και γύρω από αυτό οι οποίες ενεργούσαν για τα δικά τους συμφέροντα και όχι για το «κοινό καλό». Στη λογική αυτοί στοχαστές θετικά διακείμενοι στον σοσιαλδημοκρατικό χώρο, όπως ο Π. Ροσανβαλόν, έκαναν λόγο για την ανάγκη νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Τέλος, η σοσιαλδημοκρατία, παρά -και ενάντια συχνά- το λαϊκό της ακροατήριο, υιοθέτησε τις νέες, τότε, φιλελεύθερες ιδέες, όπως η ανοχή στο διαφορετικό, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα ομάδων μέχρι τότε κατατρεγμένων ή περιθωριοποιημένων. Η νεοσυντηρητική αντεπίθεση στο επίπεδο αυτό, που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1960 και συνεχίστηκε μέχρι τις μέρες μας, αμφισβήτησε έντονα τις αξίες αυτές.

Ετσι η σοσιαλδημοκρατία έχασε την ταυτότητά και μεγάλο μέρος της επιρροής της. Αυτό φαίνεται να αλλάζει. Αντίθετα με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ρητορική, οι τελευταίες δεκαετίες σημαδεύτηκαν από τεράστια συγκέντρωση του πλούτου σε πλανητικό επίπεδο, την ιλιγγιώδη διεύρυνση των ανισοτήτων, τη φτωχοποίηση και περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού ακόμη και στις πλουσιότερες χώρες. Οι νεόπτωχες ομάδες δεν έχουν ενιαία εκλογική συμπεριφορά αλλά αποτελούν πονοκέφαλο για τις κυρίαρχες δυνάμεις και δυνητική δεξαμενή για την Αριστερά.

Η απίσχναΝση του κράτους και η έκδηλη αδυναμία του να λειτουργήσει εξισορροπητικά σε συνδυασμό με τους συνεχείς οικονομικούς κλυδωνισμούς και την τρέχουσα πανδημία ευνοούν κεϊνσιανές και αναδιανεμητικές πολιτικές. Μετά από καιρό σε όλο και περισσότερες χώρες τίθεται ζήτημα εντονότερης παρέμβασης του κράτους με στόχο την πρόληψη, την ανάπτυξη και την αναδιανομή εισοδημάτων, ώστε να ενισχυθούν εθνικές πολιτικές και να μη διαρραγεί ο κοινωνικός ιστός.

Τέλος, η νεοφιλελεύθερη κυριαρχία μετατράπηκε σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα, σε νεοσυντηρητική υπεροπλία. Αμφισβητήθηκαν ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, όπως η συμμετοχή σε συλλογικότητες και η διαμαρτυρία. Αμφισβητήθηκαν αντιλήψεις που μέχρι πρόσφατα ήταν ευρέως αποδεκτές, όπως η χειραφέτηση της γυναίκας και το καθολικό δικαίωμα στην εκπαίδευση. Στο πεδίο αυτό τα πράγματα είναι πιο ρευστά, καθώς ο νεοσυντηρητισμός έχει οχυρωθεί, αρκετά αποτελεσματικά, πίσω από παραδοσιακές εκδοχές της οικογένειας, της παράδοσης και του έθνους.

Οι αλλαγές, ιδιαίτερα στα δύο πρώτα σημεία, προσδίδουν νέα δυναμική στη σοσιαλδημοκρατία, γεγονός που αποτυπώνεται στη βελτίωση των ποσοστών της και στην ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών σε αρκετές χώρες. Αναντίρρητα τα εκλογικά ποσοστά δεν είναι ιδιαίτερα υψηλά. Ούτε θα είναι αν λάβουμε υπόψη τις αλλαγές στο πολιτικό πεδίο. Επιπλέον, η εκλογική ανάκαμψη δεν οφείλεται σε ένα σαφές πρόγραμμα. Είμαστε μακριά από κάποιο πολιτικό, ιδεολογικό και εκλογικό ρεύμα. Περισσότερο έχουμε έναν συνδυασμό γενικών αρχών και τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Τέλος, η εκλογική στήριξη δεν είναι σταθερή – μπορεί να αποδειχθεί πρόσκαιρη.

Εδώ έγκειται η δύναμη και αδυναμία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Διαθέτουν διακριτές γενικές αρχές και ταυτόχρονα ερανίζονται στοιχεία από ανταγωνιστές με στόχο να θέλξουν ψηφοφόρους. Η κατάσταση αυτή μεγαλώνει το ειδικό βάρος του ηγέτη, ταυτόχρονα όμως εγείρει ένα ζήτημα θεμελιακό, ενίοτε και υπαρξιακό, για τα κόμματα αυτά: τον ρόλο των μελών στη λήψη των αποφάσεων και την αλλαγή της κοινωνίας. Εδώ ίσως θα είχαν να μάθουν από νέα κόμματα, ιδιαίτερα τα οικολογικά, τα οποία χάρη στη νεανική τους σύνθεση αποδείχτηκαν ευρηματικά στο επίπεδο αυτό.

 * καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών