ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καράμπελας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι σχεδόν διαβόητη πλέον η κυριαρχία της όρασης και των μεταφορών της στη δυτική φιλοσοφία, και όλως ιδιαιτέρως τη νεότερη, η οποία είθισται να θεωρείται ότι θεμελιώνεται σε έναν ριζικό (καρτεσιανό) διαχωρισμό νου-ύλης, πνεύματος-σώματος, με πρότυπο την οπτική αντίληψη που, μέσω των αναπαραστάσεών της, διαμεσολαβεί και χειραγωγεί δι’ ημάς μια ξένη, αδρανή εξωτερική πραγματικότητα. Ακόμα και οι σύμφυτες με τη νεότερη φιλοσοφία απόπειρες να αρθεί αυτός ο διαχωρισμός, στο ίδιο οπτικό πρότυπο βασίστηκαν, απλώς μεθερμηνεύοντάς το αντιθετικά, ως εμπόδιο του οποίου η υπέρβαση θα άνοιγε τον δρόμο για μια νοηματικά πλήρη επανένωση υποκειμένου και αντικειμένου, μια άλλου τύπου σχέση του εαυτού με τον κόσμο.

Τη δεκαετία του 1930, βέβαια, όταν ο φιλόσοφος Χέλμουτ Πλέσνερ δημοσίευσε την πρώτη εκδοχή του δοκιμίου του Αισθητικότητα και νους, αλλά ακόμα και τη δεκαετία του 1950, όταν το κείμενο πήρε την οριστική του μορφή, οι θέσεις αυτές, τις οποίες ασπάζεται και ο συγγραφέας, δεν είχαν γίνει ο κοινός τόπος στον οποίο μετατράπηκαν τις επόμενες δεκαετίες, μετά τα αλλεπάλληλα κύματα κριτικής στον φιλοσοφικό υποκειμενοκεντρισμό και ευρύτερα στη λογοκεντρική σκέψη.

Η πρωτοτυπία ωστόσο του Πλέσνερ έγκειται στην αντιπρότασή του: απέναντι στην οπτική προκατάληψη, δεν καταφεύγει σε γλωσσοκεντρικές λύσεις, αλλά, παραμένοντας εντός του παραδοσιακού (φαινομενολογικού) γνωσιολογικού μοντέλου, θέτει στο προσκήνιο την ακοή, όχι για να καθαιρέσει την όραση από τον θρόνο της, αλλά για να προσθέσει δίπλα της μια αίσθηση με «τις δικές της ευκαιρίες» και «τα δικά της όρια», έναν συμπληρωματικό «τύπο κατανόησης» με «τον δικό του θρίαμβο και τη δική του οικουμενικότητα» (σελ. 22).

Η ματιά του ακροατή που υιοθετεί ο Πλέσνερ πηγάζει από την «έκκεντρη τοποθετικότητα» του ανθρώπου, όπως ονομάζει το ίδιόν μας να είμαστε και να έχουμε συγχρόνως σώμα, να αντιλαμβανόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη και να φορτίζουμε ταυτόχρονα με σημασία ό,τι αντιλαμβανόμαστε. Προφανώς, μπορεί κανείς να παλινωδεί επ’ άπειρον ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους, χωρίς να κατορθώνει να βρει την ιδιάζουσα θέση από την οποία αρθρώνεται το πρόγραμμα του Πλέσνερ για μια «αισθησιολογία του πνεύματος» ή μια «ανθρωπολογία των αισθήσεων».

Από τη στιγμή όμως που φτάνουμε στο επιζητούμενο έκκεντρο σημείο, η ακοή και η κατεξοχήν τέχνη της, η μουσική, αναδεικνύονται ως οι τομείς εκείνοι όπου, χωρίς τις προκαταλήψεις της γεωμετρικής αναπαράστασης ή τους καταναγκασμούς τού σημαίνειν, μπορούμε να προαγάγουμε μια αμιγώς εκφραστική κίνηση με διυποκειμενική πρόθεση, επωφελούμενοι από το μουσικό προνόμιο του «άμεσου και άνευ όρων κατανοείσθαι», σύμφωνα με την προσφυή διατύπωση του επιμελητή και μεταφραστή του Πλέσνερ, καθηγητή Μάρκου Τσέτσου (σελ. 86). Η αυθόρμητη απόκριση σε αυτού του είδους την κατανόηση είναι ο χορός, εκδήλωση της κατά Χέγκελ «στοιχειακής δύναμης» της μουσικής και του καθαρού αισθητικού νοήματός της – «ψιλού» μεν, καθότι διφορούμενου και για πάντα ανοιχτού, αλλά ιδεατού, αντικειμενικού και ακατανίκητου μέσα στην ενάργειά του.

Στα τελευταία μαθήματά του στο Κολέγιο της Γαλλίας, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Μισέλ Φουκό είχε παραθέσει μια συζήτησή του με δύο διάσημους φίλους του, τον ιστορικό Πολ Βεν και τον γλωσσολόγο-μυθολόγο Ζορζ Ντιμεζίλ αναφορικά με την πιθανή ετυμολογία της σωκρατικής «επιμέλειας»: της ηθικής και μη πολιτικής μέριμνας που συνδέει τους ανθρώπους με τους θεούς τους, με τα παιδιά τους και με τον ίδιο τον εαυτό τους, κάνοντάς τους να γεμίζουν με υπερατομικό νόημα τη ζωή τους, οδηγώντας τους εν τέλει σε μια «τέχνη του βίου» που προσεγγίζει μια ολική αισθητική της ύπαρξης.

Και οι τρεις συνομιλητές είχαν συμφωνήσει τότε ότι το απρόσωπο «μέλει μοι» της σωκρατικής σοφίας θα μπορούσε κάλλιστα να έχει την ίδια ρίζα με το «μέλος», το ρυθμικό τραγούδι, τη μουσική. Υπάρχει, έλεγε ο Φουκό, ένα «μουσικό μυστικό», κάτι στη μουσική που μας καλεί, μας φωνάζει, μας εγκαλεί σχεδόν, χωρίς να μας υποχρεώνει να επικοινωνούμε γλωσσικά ή να υποτασσόμαστε στα μαθηματικά αυταπόδεικτα της οπτικής αντίληψης.

Στον Πλέσνερ του Αισθητικότητα και νους, αυτές οι ηθικές προεκτάσεις δεν είναι ρητά παρούσες, ωστόσο η ίδια η σκόπευση της καθαρής διυποκειμενικότητας, του «άμεσου και άνευ όρων κατανοείσθαι» που εκπορεύεται από τη μουσική, παραπέμπει αβίαστα σε μια κοινότητα, ασφαλώς ανεύρετη ακόμα, όπου θα πρυτανεύει -με τα λόγια του Πλέσνερ- ένας «υποβλητικός συμβολισμός στη συνύπαρξη» και μια «αμοιβαιότητα αισθαντικών όντων από σάρκα και οστά» (σελ. 22). Παραδόξως ίσως, φαίνεται ότι μια ορισμένη μουσικολογία μπορεί να συμβάλει περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση απ’ ό,τι ποικίλες άλλες «-λογίες» που κατέχουν επί μακρόν τα πρωτεία.