Χρωστούσα μια επίσκεψη στον Σαρωνικό παραλιακή. Ειδικά φέτος που ο Μπάτης του Σεπτεμβρίου μού αναπλήρωσε τα χαμένα μπάνια του καλοκαιριού στο Πήλιο, ιδιαίτερα στον Παγασητικό, όπου είχαν κράτος και εξουσία οι τσούχτρες· κοπάδια… οι περισσότερες στα τριάντα τελευταία καλοκαίρια που τα ζω στο Πήλιο. Ετσι κι αλλιώς ο Σαρωνικός, τα Φάληρα, οι Φλοίσβοι και τα άλλα συναφή είναι η θάλασσά μου, το υδρόβιο σπίτι μου, παιδιόθεν. Από τον καιρό που τα λεωφορεία ήταν μπεζ, με μούρη σουβλερή κι είχαν αφετηρία στην Κοραή, μπροστά στο «Αστυ», η παραλία είχε τσιμεντένιες ομπρέλες (τεράστιες!) και ο Μπάτης, καμπίνες, διώροφες δε, και βράχια για βουτιές…
Τρόλεϊ για Τζιτζιφιές από Πινακοθήκη, εφτά παρά δέκα, αξημέρωτα. Τραμ από Τζιτζιφιές. Υπήρχε και παλιά τραμ στην παραλιακή· από το 1910, νομίζω. Ηλεκτροκίνητο. Ενα βαγόνι, αλλά πολυτελείας· έτσι το διαφήμιζαν τότε οι εφημερίδες, χωρίς λίστες… Εφτανε μέχρι το… παραδείσιο Εντεμ (Edem, Εδέμ δηλαδή) που εμείς το λέγαμε Εντεν! Είναι από τα τραμ της Αθήνας που τα ξήλωσε πανηγυρικά ο πρώτος Καραμανλής ως υπουργός Δημοσίων Εργων καθ’ οδόν προς την πρώτη πρωθυπουργία του, με σύνθημα –τρέχα, γύρευε…– «Λαός – Εργα» και ένα άλλο που, για λόγους άγνωστους, παρασιωπήθηκε: «Αλλαγή Τώρα». Η Ελλάδα εκτός από χώρα της… ευδαιμονίας, είναι και χώρα της… πρωτοτυπίας: κανένας δεν αντιγράφει κανέναν!
Κατέβηκα από το τραμ στο Τροκαντερό. Στάση με όνομα που προέρχεται –όπως οι περισσότερες της φαληρικής παραλίας– από κοσμικό κέντρο· τα πιο πολλά πλέον κατεδαφισμένα από χρόνια. Το Παλαί ντε Τροκαντερό είναι παρισινό αξιοθέατο στη γειτονιά του Πύργου του Αϊφελ και του Σηκουάνα, συν «μνημείο» (εις ανάμνησιν νικηφόρας μάχης μεν, αλλά και…) διασπάθισης δημόσιου χρήματος. Το δικό μας «Τροκαντερό», με τη φερώνυμη στάση, ήταν από τα πολυτελέστερα κοσμικά κέντρα της παλιάς Αθήνας, της αθηναϊκής «μπελ επόκ», όπου λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή –εκατό χρόνια πριν– ακούστηκε, πρώτη φορά στην Ελλάδα, ζωντανή τζαζ, από ορχήστρα που λεγόταν τότε τζαζ μπαντ.
Μετά τη μαρίνα του Φλοίσβου και τον ψηλό κυματοθραύστη με τους… αιωρούμενους ψαράδες και τα καλάμια τους, ανοιχτός πια ο Σαρωνικός, μες στην παγωμένη λιακάδα της περασμένης Κυριακής, ήταν στα μπουρίνια του. Με δύναμη έσκαγαν τα κύματα και τινάζονταν στην προκυμαία. Το πιο δυνατό είχε, φαίνεται, ραντεβού μαζί μου! Ισα που πρόλαβα και τραβήχτηκα. Αλλά τα αθλητικά μου παπούτσια γίνανε… βατραχοπέδιλα. «Δε βαριέσαι», είπα. «Μέχρι να γυρίσω, θα έχουν στεγνώσει…». Περπάτησα μέχρι την είσοδο του (παλιού) αεροδρομίου στο Ελληνικό, που, ευτυχώς, ακόμα δεν το «αναπτύξανε»!
Στην επιστροφή πια… εκεί μου ήρθε η ευωδιά της γαζίας! Ακριβώς στη μαρίνα Καλαμακίου. Προφανώς από το απέναντι παρκάκι. Εριξα μια πρόχειρη ματιά, δέντρο δεν είδα, αλλά το άρωμα γαζίας ήταν διάχυτο. Ετσι –δικαίωμά μου είναι στο κάτω κάτω– έβγαλα το συμπέρασμα ότι δέντρο γαζίας δεν υπήρχε στο πάρκο και ότι το άρωμά της ερχόταν απευθείας από τις αναμνήσεις του Σαρωνικού, δώρο σε μένα, που τον τιμούσα με κείνη την κυριακάτικη επίσκεψη. Οπως στη θεία μου τη Στάσα, πρωινά Κυριακής, με τον πατέρα, που μας τρατάριζε σε κρυστάλλινα πιατάκια πελτέ από κυδώνι, όπως τον φτιάχνανε στο Αϊβαλί, τις Κυδωνίες…
