Ποιο είναι το νόημα του δώρου; Ποια είναι η σχέση του με την αγάπη, την επικοινωνία, τις γιορτές, την εξουσία, το χρέος; Ο Γάλλος εθνολόγος Μαρσέλ Μος ανίχνευσε, στις αρχές του 20ού αιώνα, τις παραλλαγές του θεσμού του δώρου σε κάποιες «πρωτόγονες» κοινωνίες, καταλήγοντας στην ύπαρξη ενός λογικά διατεταγμένου συστήματος επικοινωνίας.
Πόσο διαφορετική είναι η λειτουργία του δώρου στις σύγχρονες κοινωνίες; Τι σημασίες έχει η προσφορά και τα διάφορα τελετουργικά της;
Την Πρωτοχρονιά τα παιδιά του δυτικού κόσμου περιμένουν τον Αγιο Βασίλη ή τη μάγισσα Μπεφάνα, όπως στην Ιταλία. Ψάχνουν μέσα στις χριστουγεννιάτικες κάλτσες που κρέμονται πάνω από το τζάκι, μέσα στα παπούτσια τους ή κάτω από το κρεβάτι τους –ανάλογα τον τοπικό μύθο– για να βρουν εκείνο που ζήτησαν ή εκείνο που ονειρεύτηκαν, γεμάτα προσδοκίες. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους ενηλίκους που ανταλλάσσουν πακέτα υποσχέσεων κάτω από το στολισμένο δέντρο.
Αν χαρακτηρίζει, συνεπώς, κάτι την περίοδο των γιορτών, εκτός από τα φωτεινά λαμπιόνια και τις χριστουγεννιάτικες μπάλες, είναι όλα όσα προσφέρουμε και μας προσφέρουν, όλα όσα ζητάμε και μας ζητούν, όλα όσα προσδοκούμε από τους Αλλους και προσδοκούν από εμάς. Τα δώρα πάντα εμπεριέχουν έναν συμβολισμό και μια σημασία, αλλά δεν σημαίνουν ποτέ το ίδιο όταν τροποποιείται το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσφέρονται.
Η ιστορία των δώρων είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη ιστορία. Η έννοια της προσφοράς και του δώρου μοιάζει να είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Αρχικά οι άνθρωποι προσέφεραν δώρα για να εξευμενίσουν τους θεούς και τη φύση. Και έπειτα ήρθαν τα Σατουρνάλια, τα ρωμαϊκά… Χριστούγεννα, όπου μεταξύ άλλων εισήχθη και ο θεσμός της ανταλλαγής δώρων. Αργότερα ο Αγιος Βασίλης εγγράφηκε στην παγκόσμια κοινή συνείδηση ως ο κατεξοχήν «προστάτης των δώρων».
Ο Μαρσέλ Μος, μελετώντας τη φυλή Μαορί στη Ν. Ζηλανδία και τους Κουακιούτλ Ινδιάνους στον Καναδά, είχε συμπεράνει πως τόσο το Kula των πρώτων όσο και το Potlatch των δεύτερων αφορούσε την «οικειοθελή υποχρεωτική ανταλλαγή δώρων», δηλαδή την προσφορά δώρων τόσο από επιθυμία όσο και από υποχρέωση λόγω παράδοσης. Είχε καταλήξει πως τα δώρα έχουν τη δικής τους ψυχή καθώς στη γλώσσα των Μαορί εμπεριέχουν το mana, την πνευματική ουσία του δωρητή, και το hau, το πνεύμα του αντικειμένου που προσφερόταν. Βάσει της ψυχαναλυτικής θεωρίας το δώρο συμβολίζει τον παραλήπτη του, δηλαδή όσα αντιλαμβανόμαστε για τις επιθυμίες του «αποδέκτη» και γι’ αυτό ένα αποτυχημένο δώρο έχει τη δύναμη να πληγώσει.
Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως τόσο για τους εθνολόγους όσο και για τους ψυχαναλυτές «δίνω» σημαίνει «παίρνω»…
Ο Μαρσέλ Μος είχε εντοπίσει πως στο potlatch οι ιθαγενείς έβαζαν τον παραλήπτη στη θέση του οφειλέτη, δηλαδή περίμεναν την επιστροφή του δώρου-χρέους. Αυτό σημαίνει πως πίσω από μια άκρατη γενναιοδωρία μπορεί να κρύβονται διάφορα αιτήματα, όπως και κάτι βαθιά ναρκισσιστικό. Το ίδιο ακριβώς δώρο, ανάλογα το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσφέρεται και τη σχέση ανάμεσα στον δωρητή και τον παραλήπτη, έχει εντελώς διαφορετικές σημασίες και συμβολισμούς. Υπάρχουν δώρα τυπικά, ευγνωμοσύνης, υποχρέωσης, δώρα επίδειξης ισχύος, δώρα μεταμέλειας, δώρα αγάπης.
Είναι αναπόσπαστο μέρος ενός κώδικα επικοινωνίας που δομείται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ανθρώπους και αντανακλούν τις υποκειμενικές μας θέσεις μέσα σε μια τελετουργία, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Κι έπειτα… αν το δώρο στηρίζεται στο πλεόνασμα εκείνου που έδωσε –σύμφωνα με τον Ζορζ Μπατάιγ–, το ερώτημα που προκύπτει αφορά την εξουσία του δωρητή πάνω σε εκείνον που δέχεται το δώρο, δηλαδή στη σχέση υπακοής και εξάρτησης που συγκροτείται.
Τι δίνουμε, λοιπόν, στον Αλλο και τι ζητάμε όταν διατυπώνουμε ένα αίτημα; Ποια είναι η λειτουργία της έκφρασης μιας επιθυμίας; Δίνουμε από το πλεόνασμά μας και προσδοκούμε από το περίσσευμά του; Αν η αγάπη είναι να δίνουμε αυτό που δεν έχουμε σε κάποιον που δεν το θέλει –βάσει του λακανικού συλλογισμού–, τότε αυτό που πραγματικά μπορούμε να προσφέρουμε στον άλλο είναι η έλλειψή μας, δηλαδή αυτό που δεν έχουμε. Αλλά και το πρόσωπο του οποίου την αγάπη επιθυμούμε υπόκειται στον ίδιο με εμάς διαχωρισμό και έλλειψη, όπως σημειώνει ο Ζακ Λακάν.
Οταν διατυπώνουμε, συνεπώς, μια επιθυμία, δεν ζητάμε απλώς να μας ικανοποιηθεί μια ανάγκη, αλλά να μας προσφερθεί η αγάπη δίχως επιφυλάξεις. Κάθε φορά που η ανάγκη για ένα αντικείμενο μπαίνει στη γλώσσα και απευθύνεται στον άλλο –δηλαδή κάθε φορά που μιλάμε– ζητάμε αναγνώριση από τον άλλο και τη συμβολική τάξη. Εδώ αγγίζουμε τη βάση του κοινωνικού δεσμού.
Η επιθυμία είναι πάντοτε επιθυμία για τον άλλο και δηλώνει ακριβώς το πλεόνασμα της ζήτησης επί της ανάγκης. Και αντίστροφα. Ενδεικτικά, το βρέφος που ζητά το στήθος της μητέρας του, στην πραγματικότητα θέλει να μονοπωλήσει την αγάπη και την προσοχή της. Ακόμα και η φιλοξενία –όπως έχει επισημάνει ο Ζακ Ντεριντά– είναι μια μορφή δώρου και κατ’ επέκταση μια μορφή κυριαρχίας. Κάθε αίτημα και προσδοκία μας συνδέεται, δηλαδή, με κάτι πέρα από την ανάγκη εκείνου που ζητάμε ή περιμένουμε. Πρόκειται για μια επιθυμία αναγνώρισης και αγάπης ή για μια επιθυμία κυριαρχίας.
Ας δώσουμε, λοιπόν, αυτό που δεν έχουμε, για να μην παραμείνουμε δέσμιοι σχέσεων εξουσίας, είτε από την πλευρά του δωρητή είτε από τη μεριά του παραλήπτη. Ας προσεγγίσουμε το δώρο και την προσφορά μέσα από την αναγνώριση της έλλειψής μας, δηλαδή αυτό που μας λείπει (με τη λακανική έννοια) και όχι μέσα από αυτό που νομίζουμε πως μας περισσεύει. Γιατί η αγάπη είναι να δίνεις ως δώρο αυτό που δεν έχεις.
