Ο Νίκος Οικονόμου στο τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Μια Μερσεντές χρώματος γκρενά» στέλνει ανταπόκριση από την Αθήνα του 1969. Στην καρδιά της δικτατορίας, με μια «καμιλλερική» οπτική, ο συγγραφέας βουτάει την πένα του και χρωματίζει με χρώμα γκρενά μία από τις πιο μαύρες εποχές του τόπου, φωτίζοντας ιδιαίτερα την απόσταση μεταξύ των εχόντων εξουσία και αυτών που τη δέχονται, και στο μικρο-επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων και στο μακρο-επίπεδο μεταξύ της αστυνομικής εξουσίας και των ανώνυμων πολιτών.
Το βιβλίο αποτελεί έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα στον ζοφερό κόσμο της δικτατορίας, τη σεξουαλική ίντριγκα, τη διαφθορά και τη συλλογική και ατομική παραπλάνηση του κάθε ήρωα ξεχωριστά.
Η όλη αφήγηση ισορροπεί ανάμεσα στην ένταση που προκαλεί το αίσθημα αδικίας που επικρατεί λόγω αυτών των διαχωρισμών και στη λεπτή διακωμώδηση κάποιων χαρακτήρων που θεωρούν ότι βρίσκονται στο απυρόβλητο.
Με την ασφάλεια και την καθαρότητα που προσφέρει η χρονική απόσταση, ο Νίκος Οικονόμου γράφει για το «χθες», που οφείλει να μην ξεχαστεί για να μη γίνει «σήμερα». Επιστρέφει στην εποχή της χούντας για να δει πραγματικά τι χάθηκε εκείνη την εφταετία παρά τις «ανοικοδομήσεις» που ήταν το σήμα κατατεθέν των συνταγματαρχών.
Πεδίο δράσης η Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αλλά στην ουσία όλη η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Η πρωτεύουσα ανοικοδομείται, η νυχτερινή ζωή κερδίζει έδαφος και οι απλοί «νοικοκυραίοι» χάνουν τον προσανατολισμό τους.
Η απάνθρωπη αντιμετώπιση των υποτιθέμενων ενόχων και των εύκολων στόχων μέσα στα Αστυνομικά Τμήματα αποτελεί απόρροια της υπακοής, ησυχίας, τάξης και ασφάλειας που επιτάσσει η εποχή. Με κάθε κόστος. Και οι παράπλευρες απώλειες στριμωγμένες κάτω από το χαλί της εξουσίας.
Σημείο εκκίνησης είναι το καλοκαίρι του 1969. Σημείο τερματισμού η πτώση της χούντας. Από τη θρυλική «Κουίντα» ώς τη Γενική Ασφάλεια Μπουμπουλίνας. Μια χώρα σε βιτρίνα με τον τροχό του Λούνα Παρκ να φαίνεται διασκεδαστικός απέξω ενώ μέσα να χρησιμοποιείται για να κιμαδοποιεί ατομικά δικαιώματα και ανθρώπινες ελευθερίες.
Κεντρικά πρόσωπα είναι ο δεκαεπτάχρονος Στάθης και ο εφοπλιστής Τόμας Γκας. Δυο διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνται. Παρατηρούμε τις συνδέσεις και τις αποκλίσεις τους. Παρακολουθούμε τις σημαντικές στιγμές της ζωής του καθένα, τη σχέση τους με τον περίγυρο και την οικογένειά τους, την αγάπη τους για τα γρήγορα και πολυτελή αυτοκίνητα και το τι μπορεί να θυσιάσει ο καθένας για να πάρει αυτό που επιθυμεί. Η ανωριμότητα που συνεπάγεται η ηλικία του Στάθη και η ναρκισσιστική πλάνη που επιφέρει ο πλούτος του Γκας αποτελούν τον συνδετικό τους κρίκο μαζί με μια Μερσεντές χρώματος γκρενά που οδηγεί κατευθείαν στον γκρεμό: στα πιο σκοτεινά υπόγεια του καθεστώτος.
Πάνω στο ξέπλυμα της διαφθοράς και της δημιουργίας μιας αίσθησης ασφάλειας και τάξης, αντί να κρεμαστεί στα μανταλάκια η μπουγάδα του παρελθόντος, κρέμεται το μέλλον με συνοπτικές διαδικασίες, επισημαίνοντας με ανάγλυφο τρόπο την ευκολία με την οποία τα κλιμάκια της εξουσίας της αστυνομίας κατηγορούν (ενάντια στον όρκο τους να προφυλάσσουν τον πολίτη) έναν πιθανό ένοχο.
Σκιαγραφείται, έτσι, ο μηχανισμός δράσης, εκμαυλισμού και εκμετάλλευσης που ασκούσε η πλειονότητα των αξιωματούχων επί δικτατορίας. Παρατηρούμε την εκμετάλλευση της μη αναγνωρισιμότητας ενός «εύκολου στόχου» προς ίδιον όφελος ως αποτέλεσμα μιας χρόνιας νοοτροπίας που κατισχύει σε μια κοινωνία που πάσχει από θεσμούς.
Οι ήρωες του Οικονόμου είναι σφυρηλατημένοι έτσι που να μπορείς με ευκολία να μπεις στη θέση του καθένα. Ολοι, ταυτόχρονα, θύτες και θύματα μιας εποχής και μιας νοοτροπίας, όπου ο πλούτος και μια Μερσεντές χρώματος γκρενά είναι ικανά να οδηγήσουν στην ηδονή, την αλλοτρίωση και την οδύνη, συγχρόνως αλλά και με διαφορετική σειρά για τον κάθε ήρωα.
Η «Μερσεντές χρώματος γκρενά» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα πολύχρωμο και πολυπρόσωπο, που ζωντανεύει εύστοχα τη σταδιακή φθορά μιας εποχής που τα αποτελέσματά της έχουν επίδραση και στο σήμερα. Η γραφή είναι στρωτή και κατανοητή. Οι λέξεις έχουν ακρίβεια και αμεσότητα και η αφήγηση είναι γεμάτη εικόνες, αγωνία και ένταση.
