ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώργος Τσιάρας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οποιος καεί στον χυλό -βλέπε μετάλλαξη Δέλτα- φυσάει και το γιαούρτι. Μόνον έτσι μπορεί να ερμηνευτεί η πρωτοφανής (υπερ-)αντίδραση πολλών ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και των χρηματιστηρίων σε όλο τον κόσμο, στην είδηση για την ταυτοποίηση μιας νέας, δυνάμει επικίνδυνης αλλά ακόμη «ανώνυμης» και εν πολλοίς άγνωστης μετάλλαξης του κορονοϊού, που ως γνωστόν ταυτοποιήθηκε στον αφρικανικό Νότο και φαίνεται να ενσωματώνει 32 μεταλλάξεις στην περιοχή της εξωτερικής πρωτεΐνης-ακίδας, της «αρπάγης» με την οποία αγκιστρώνεται στα ανθρώπινα κύτταρα. Μια υπεραντίδραση που για την ώρα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή προληπτικής αναστολής πτήσεων από και προς τις «ύποπτες» νοτιοαφρικανικές χώρες, που ανακοίνωσαν κατά ριπάς χτες τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη.

Αν και οι περισσότεροι ειδικοί συνιστούν ψυχραιμία και υπομονή, έως ότου διαπιστωθεί η πραγματική επικινδυνότητα της εν λόγω παραλλαγής του ιού (που επιστημονικά ονομάζεται «SARS-CoV-2 Β.1.1.529», αλλά βαφτίστηκε -κακώς- από τα ΜΜΕ «μετάλλαξη της Μποτσουάνα»), όλα δείχνουν πως η σπάνια αυτή υπερσυγκέντρωση εξελικτικών τροποποιήσεων θα μας απασχολήσει για πολύ καιρό, καθώς είναι πιθανότατα σε θέση να παρακάμψει ή έστω να περιορίσει την ανοσία από τα υπάρχοντα εμβόλια. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συγκάλεσε χτες επείγουσα συνεδρίαση της ομάδας εργασίας του προκειμένου να προχωρήσει σε μια πρώτη αξιολόγηση της παραλλαγής, και κυρίως να εκτιμήσει κατά πόσο αυτή είναι πιο μεταδοτική από την κυρίαρχη σήμερα Δέλτα. Την Παρασκευή το βράδυ ο ΠΟΥ ονόμασε τελικά τη μετάλλαξη «Omicron» και την χαρακτήρισε «παραλλαγή ανησυχίας».

Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία για το πώς αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα της νέας μετάλλαξης -που μέχρι και χτες το απόγευμα είχε ταξινομηθεί από τον ΠΟΥ ως «στέλεχος υπό επιτήρηση» (under monitoring) και όχι «ενδιαφέρον» (interest) ή «ανησυχητικό» (concern), όπως π.χ. η Δέλτα- να μεταδίδεται μεταξύ των ανθρώπων, αν συντελεί σε σοβαρότερη νόσηση ή/και θάνατο, και το κυριότερο σε τι βαθμό καλύπτεται από την υπάρχουσα εμβολιαστική «ασπίδα».

Ο λόγος που το νεόκοπο στέλεχος έχει ακόμη χαμηλή «βαθμολόγηση» είναι βέβαια πως τα εντοπισμένα κρούσματα είναι πολύ λίγα – μόλις 100 σε όλο τον κόσμο (Μποτσουάνα, Νότια Αφρική, Χονγκ Κονγκ και Ισραήλ) και εξ αυτών μόνο ένα στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στο Βέλγιο. Είναι επίσης πολύ σημαντικό ότι τα υπάρχοντα τεστ φαίνεται πως εντοπίζουν με επιτυχία τον νέο ιό. Από εκεί και πέρα όμως, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα ακολουθήσει και η νέα μετάλλαξη -ακόμη κι αν έχει διεισδύσει ήδη στην κοινότητα- απέχει πολύ από το να γίνει συχνή, και πολύ περισσότερο κυρίαρχη στην Ευρώπη και στη χώρα μας. Το μόνο βέβαιο είναι πως, όπως συνέβη και με τη Δέλτα, οι επιστήμονες θα χρειαστούν αρκετές εβδομάδες για να συγκεντρώσουν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για τα χαρακτηριστικά της, και ιδιαίτερα για τη μεταδοτικότητά της.

Στο μεσοδιάστημα, ό,τι ακούγεται και γράφεται από τους γνωστούς «ειδικούς» του Facebook για την αποτελεσματικότητα ή μη των εμβολίων είναι εικασίες, για να μην πούμε καθαρή τρομολαγνεία, που στοιχίζει ζωές. Αλλωστε σε πολλές άλλες περιπτώσεις τους τελευταίους μήνες επικράτησε πανικός για διάφορες μεταλλάξεις (όπως η «ορίτζιναλ» νοτιοαφρικανική «Βήτα» του περασμένου Φλεβάρη, που μάλιστα ήταν διαπιστωμένα ανθεκτική στα συμβατικά εμβόλια, η βραζιλιάνικη, η περουβιανή «Λάμδα», οι δύο καλιφορνέζικες κ.ά.), οι οποίες ωστόσο δεν κατάφεραν να κυριαρχήσουν στον αδυσώπητο εξελικτικό «αγώνα» μεταξύ των διάφορων παραλλαγών. Το μόνο που μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα είναι ότι και αυτή η μετάλλαξη «γεννήθηκε» σε μια γεωγραφική περιοχή με πολύ χαμηλό ποσοστό εμβολιασμών – ενδεικτικά, στη Νότια Αφρική οι αρχές ανακοίνωσαν πριν από λίγες μέρες ότι ήδη πετάνε ληγμένα εμβόλια που έμειναν στα αζήτητα…

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει βέβαια και η χτεσινή ανακοίνωση της γερμανικής εταιρείας BioNTech, που είπε πως περιμένει «το αργότερο σε δύο εβδομάδες» τα πρώτα αποτελέσματα των ερευνών για το αν η νέα παραλλαγή είναι ανθεκτική στα εμβόλιά της και υποσχέθηκε πως σε αυτή την περίπτωση θα χρειαστούν περίπου εκατό μέρες για να αναπροσαρμόσουν το εμβόλιό τους και να παραδώσουν τις πρώτες δόσεις…