ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωνσταντίνος Μπούρας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το θέατρο ενισχύει την ενσυναίσθηση. Ως γραπτό ποιητικό δράμα (παρτιτούρα δηλαδή) αλλά και στη σκηνική του πραγμάτωση (ειδικά τότε) μπαίνουμε για ένα απειροελάχιστο κβαντικό δευτερόλεπτο στη θέση ενός άλλου και τότε κλαίμε για την Εκάβη χωρίς να ξέρουμε τι μας είναι ετούτη η χαροκαμένη μάνα, γιαγιά, χήρα και ξεπεσμένη αρχόντισσα. Αυτή η αριστοτελική «κατά-στροφή», της μοίρας τα σκαμπανεβάσματα και τα γυρίσματα της τύχης δεν εξαιρούν κανέναν θνητό, δεν αφήνουν αλώβητο κανέναν.

Φαίνεται πως μπήκαμε στον αιώνα της ικεσίας. Μόνον που δεν μας απέμειναν μήτε ιερά μήτε όσια. Και τους βωμούς μας γκρεμίσαμε. Χτίσαμε πολυκατοικίες. Πάνω στον οδόσημο βωμό των άλλοτε πανίσχυρων 12 Ολύμπιων Θεών, που έχασαν την ηρεμία τους και μετανάστευσαν, τώρα περνάνε οι γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, μεταξύ Θησείου και Μοναστηρακίου. Κάποτε μετρούσαν τις αποστάσεις από ετούτο το σημείο μηδέν. Μήπως και τώρα δεν ισχύει κατά κάποιον τρόπο το ίδιο; Μα ποιος νοιάζεται σήμερα να μετρήσει οτιδήποτε; Το κάνουν αυτόματα τα κινητά μας. Κι εμείς απομένουμε ακίνητοι, αποσβολωμένοι, αβοήθητοι, χωρίς να ξέρουμε ποιανού γιγαντιαίου θεού τα γόνατα να αγκαλιάσουμε, σε ποιον πανίσχυρο να προσφύγουμε, αφού κατεδαφίσαμε κι αποκεφαλίσαμε όλα τα αγάλματα των εν δυνάμει παντογνωστών και «πατερούληδων».

Σαν τα νήπια γυρνούμε αδέσποτοι από χώρας εις χώραν, θαλασσοπνιγόμαστε στο Αιγαίο, μωρές παρθένες, σαν τις πενήντα κόρες του Δαναού που τις κυνηγούν οι ισάριθμοι γιοι του θείου τους Αιγύπτου, σαν τις μητέρες των νεκρών στη μάχη των Επτά επί Θήβας προσφεύγουμε σε βωμούς αφιερωμένους «τω αγνώστω θεώ» που δεν έχει επινοηθεί (δεν έχει γεννηθεί) ακόμη και παρακαλάμε ποιος ξέρει ποιους «από μηχανής» να μας συντρέξουν.

Θα ήμασταν τραγικοί, αν δεν ήμασταν τόσο γελοίοι. Και η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη καλά κρατεί, γιατί τουλάχιστον στις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη αντιπαλεύουν ο τύραννος Κρέων και ο δημοκράτης Θησέας με προκαθορισμένο φυσικά το αποτέλεσμα υπέρ της εξουσίας των πολλών έναντι του ενός κι ουχί το αντίθετον.

Ικέτιδες παντού, πρόσφυγες, οικονομικοί μετανάστες, ταλαίπωρα ζωντανά που προσπαθούν να αποφύγουν τον πόλεμο, σμήνη μελισσών που τα διώχνουν οι καπνοί από τα πεδία της μάχης, εκεί όπου οι δυνατοί σπέρνουν πυραύλους αντί για τα ιερά στάχυα της Δήμητρας και της Κόρης βεβαίως.

Τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα Καβείρια, τα Ορφικά, απομεινάρια εποχών που κάθε ψυχούλα έβρισκε ίσως την παραμυθία της και η Επιστήμη δεν είχε υποκαταστήσει τους μεταπράτες του Αγνώστου και η Ψυχανάλυση δεν είχε καταστεί αδιαμφισβήτητη παγκόσμια θρησκεία.

Και δεν λέω, καλή η ανάλυση. Κι η ανατομία. Ομως πώς να εξηγήσεις στο πεντάχρονο αγοράκι που ξεβράστηκε από τα κύματα στην Ιωνία με τα ρουχαλάκια του και τα μποτάκια του καλά σφιγμένα; Ποιος Υπνος και ποιος Θάνατος θα το αποκοιμίσει; Τις γυναίκες, τις μανάδες, τις γιαγιάδες, τις χήρες και τα ορφανά, τους τρομαγμένους άντρες, τους αποσβολωμένους γέροντες ποιος άγιος θα θεραπεύσει, ποια θεότητα θα εμπνεύσει, ποιες αγγελικές και ουράνιες δυνάμεις θα διασώσουν πάνω στο πύρινο άρμα τους όταν τα φουσκωτά ξεφυσάνε στου Αιγαίου τα άγρια κύματα;

Η Γνώση, η Γνώση ίσως είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, που δεν είναι διόλου ρητορικό, όσο κι αν είναι διατυπωμένο ποιητική αδεία. Δεν λέω να αναστήσουμε αρχαίους θεούς. Δεν ισχυρίζομαι πως πρέπει να πισωγυρίσουμε σε ξεπερασμένες δεισιδαιμονίες, παιδιά της Τύχης, της Ανάγκης και της Αγνοιας των άγραφων συμπαντικών νόμων.

Οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές τα έχουν πει (σχεδόν) όλα. Εχουν διατυπώσει με τον πλέον βιτριολικό τρόπο τα ίδια αναπάντητα ερωτήματα που μας κατατρύχουν και μας κατατρέχουν ακόμα σήμερα.

Τελικά, πόσο έχουμε εξελιχθεί από την εποχή των σπηλαίων μέχρι τώρα; Μήπως καταφεύγουμε έντρομοι στα άδυτα των μικροαστικών καθιστικών με την τηλεόραση αναμμένη διαρκώς, μέρα-νύχτα, σαν ένα ιδιότυπο Υπερεγώ, που αντικατέστησε τα στέφανα στο εικονοστάσι; Κι όσο κι αν είναι κρίμα κι άδικο να δαιμονοποιείς τα στοιχεία της Φύσης και να λατρεύεις τις προσωποποιημένες αδυναμίες σου δίνοντας αδιέξοδο στις ανασφάλειές σου (συλλογικές και ατομικές), άλλο τόσο είναι άδικο και κρίμα μεγάλο να εθελοτυφλείς απέναντι στο Αγνωστο, στο Αρρητο, στο Αφατο και να εξορίζεις από την καθημερινή ομιλία οτιδήποτε μη απτό, ρευστοποιήσιμο και ανταλλάξιμο.

Αν υπάρχει ένας κοινός αποδεκτός θεός σήμερα είναι το Χρήμα και ο μόνος αναγνωρίσιμος βωμός είναι αυτός του Κέρδους, όπου προσφεύγουμε όλοι σαν φρικτές κι αξιοθρήνητες ικέτιδες, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα κι όταν πνίγονται (κάθε που πνίγονται) κρατιούνται από τα ίδια τους τα μαλλιά (ή ακόμα χειρότερα) από τα μαλλιά του διπλανού τους.

Τι προτείνω; Γνώση και πάλι Γνώση. Αλήθεια και Φως, που δεν είναι συνώνυμα της Πληροφορίας, όσο κι αν προϋποθέτουν την ελεύθερη έκφραση και διάδοσή της.

*Επισκέπτης καθηγητής Κριτικής στο ΕΚΠΑ και ποιητής www.konstantinosbouras.gr