Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οποιοσδήποτε έχει επισκεφθεί την Αλβανία τα τελευταία χρόνια θα διαπιστώσει έστω για λίγο την πραγματικότητα που ζουν οι Αλβανοί καθημερινά. Περιφράξεις, καταπάτηση δημόσιας και ιδιωτικής γης και υφαρπαγές στο όνομα των επενδύσεων από επιχειρηματικά συμφέροντα.

Εδώ και δύο εβδομάδες δεκάδες χιλιάδες Αλβανοί συγκεντρώνονται στην πλατεία Σκεντέρμπεη στα Τίρανα και απαιτούν να μην προχωρήσει η «στρατηγική επένδυση» συμφερόντων Κούσνερ στον υγροβιότοπο της Σβέρνιτσα και στο νησί Σαζάν, στα οποία ο δισεκατομμυριούχος «διπλωμάτης» θέλει να χτίσει υπερπολυτελή θέρετρα. Παράλληλα Αλβανοί της διασποράς βγαίνουν στους δρόμους ενώνοντας τις φωνές τους με τους διαδηλωτές στα Τίρανα. Από την Αθήνα μέχρι τις Βρυξέλλες, πρώτες, δεύτερες και τρίτες γενιές μεταναστών στέκονται αλληλέγγυες δίπλα στους συμπατριώτες τους, διά της αποστάσεως.

Αυτή η απόσταση, η οποία δεν χαρακτηρίζεται μονάχα από γεωγραφική σκοπιά αλλά και από τη συναισθηματική και διεθνική συνθήκη που διέπει τις μεταναστευτικές κοινότητες, διαμορφώνει και τη σχέση των μεταναστών με τη χώρα προέλευσης. Τα μέλη της διασποράς έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν «εξ αποστάσεως πολιτική», όπου μέσω των σύγχρονων μορφών επικοινωνίας και τεχνολογίας προσπαθούν να διαμορφώσουν πολιτικές αλλά και να διασφαλίσουν διασυνδέσεις με τη χώρα αυτή και τους κατοίκους της.

Η αλβανική διασπορά σχολιάζει τις εξελίξεις στην Αλβανία, δύο εβδομάδες μετά την έναρξη των κινητοποιήσεων ενάντια στην «επένδυση» Κούσνερ στη Σβέρνιτσα

Την ίδια στιγμή, τα περισσότερα ελληνικά μέσα επιλέγουν να αποστασιοποιηθούν, να αποσιωπήσουν τη μεγαλύτερη μεταναστευτική ομάδα στην Ελλάδα και να εθνικοποιήσουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Αλβανία. Με λίγα λόγια να κάνουν τη στρουθοκάμηλο και όχι τα φλαμίνγκο. Στη δημοσιογραφία η απόσταση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση ενός θέματος. Ο μεγάλος θεωρητικός των μέσων ενημέρωσης Ρότζερ Σίλβερστοουν θεωρούσε τη δημοσιογραφική απόσταση ακρογωνιαίο λίθο αυτού του επαγγέλματος. «Δεν είναι μια υλική, γεωγραφική ή κοινωνική κατηγορία. Είναι ηθική κατηγορία». Για τον Σίλβερστοουν, η απόσταση είναι εκείνη που επιτρέπει την υιοθέτηση της θέσης του Αλλου και η φαντασία είναι αυτή που εξυπηρετεί τον σκοπό της αποστασιοποίησης από τον εαυτό μας.

Για αυτόν τον λόγο, έθεσα δύο ερωτήσεις σε 11 μέλη της αλβανικής διασποράς στην Ελλάδα:

1. Πώς αισθάνεστε με τις εξελίξεις στην Αλβανία;

2. Κατά πόσο η απόσταση επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνετε/κατανοείτε αυτές τις εξελίξεις;

Ε.Μ. (54 ετών, ιδιωτική υπάλληλος): Εμείς οι μετανάστες 30 χρόνια και βάλε παλεύουμε στην Ευρώπη, σε όλες τις άκρες του πλανήτη όπου έχουμε απλωθεί, και έχουμε αποδείξει με την εργατικότητα ότι προοδεύουμε παράλληλα με οποιαδήποτε κοινωνία έχουμε βρεθεί. Και με αυτόν τον τρόπο προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι η Αλβανία έχει μια θέση στην Ε.Ε και στην ευρωπαϊκή κουλτούρα. Παράλληλα έρχεται ο πρωθυπουργός και το πολιτικό σύστημα και ακυρώνει όλες μας τις προσπάθειες. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα παιδιά μας δεν ενδιαφέρονται, δεν θέλουν καν να πάνε στην Αλβανία. Η απόσταση μας έχει αποξενώσει. Από τη μια νιώθω ότι πρέπει να κάνω κάτι, αλλά δεν έχουμε το κατάλληλο πολιτικό σύστημα, πρωθυπουργό, ηγέτη; Ολοι φεύγουν από την Αλβανία. Εχουν μείνει μόνο γέροι, συνταξιούχοι και μαφιόζοι. Πλέον είναι πιο ακριβά από την Ελλάδα. Τι προσφέρει η Αλβανία;

Ι.Τ. (36 ετών, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ και φωτογραφίας): Αυτό που με απασχολεί περισσότερο είναι το βαθύτερο ερώτημα που ανοίγει αυτή τη στιγμή: «Πώς μπορεί μια χώρα να αναπτυχθεί χωρίς να χάσει τη σχέση της με το τοπίο, τη μνήμη, την κοινότητα και την εμπιστοσύνη των πολιτών;». Δεν θα ήθελα να μιλήσω με εύκολες βεβαιότητες, γιατί η Αλβανία είναι μια σύνθετη χώρα, που αλλάζει γρήγορα και μέσα από αντιφάσεις. Η απόσταση μου δίνει ίσως μια πιο ψύχραιμη ματιά, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και μια αγωνία, γιατί παρακολουθώ έναν τόπο που με αφορά βαθιά, χωρίς να ζω κάθε του λεπτομέρεια από μέσα. Γι’ αυτό προσπαθώ κυρίως να ακούω, να παρατηρώ και να αποφεύγω τις γρήγορες κρίσεις.

Β.Γ. (56 ετών, ιδιωτική υπάλληλος): Παρακολουθώ τις εξελίξεις στην Αλβανία. Στεναχωριέμαι για τα πράγματα που γίνονται εκεί. Δεν θα ήθελα να γίνει στο Σαζάν resort, διότι αυτό θα ισχύει μόνο για τους πλούσιους και ο απλός κόσμος δεν θα μπορεί να πάει για να το επισκεφθεί. Αυτό είναι καταστροφή και για το περιβάλλον και για τη χώρα και για τους ανθρώπους που έχουν περιουσίες. Στεναχωριέμαι για το μέλλον, για τα παιδιά μου και για τα εγγόνια μου. Είναι η χώρα που γεννήθηκα και θα ήθελα να πάω όταν θα πάρω σύνταξη και να ζω τα καλοκαίρια εκεί.

Α.Μ. (27 ετών, ιδιωτική υπάλληλος): Εχω μεγάλη στεναχώρια για το ότι έχει ξεκινήσει αυτό το εγχείρημα. Την ίδια στιγμή νιώθω περηφάνια και ελπίδα για τις διαδηλώσεις, διότι είναι κάτι πρωτόγνωρο για την Αλβανία. Βλέπω ότι ο κόσμος μάχεται και προσπαθεί για να κρατήσει τη γη του και τη φύση. Βρίσκουν συνεχώς τρόπους για να δείξουν την αγανάκτησή τους και την αντίθεσή τους σε αυτό. Οπως η κοπέλα που κολύμπησε από το νησί στην ακτή, αλλά και μέσω των memes, που είναι ένας ενδιαφέρων τρόπος να δείξεις την εναντίωση. Σκέφτομαι επίσης ότι κάθε χρόνο που γυρνάω στην Αλβανία νιώθω ότι υπάρχει ακόμα λιγότερος χώρος για εμάς τους μη προνομιούχους που δεν πάνε στα resorts. Αυτά τα θέρετρα δεν είναι για τους ανθρώπους που μένουν εκεί και ούτε θα τους ωφελήσουν κάπως, διότι οι μισθοί είναι μισθοί πείνας.

Έντεκα Αλβανοί που ζουν στην Ελλάδα μιλούν για τον ξεσηκωμό ενάντια στις καταστροφικές επενδύσεις στη χώρα τους
Μία από τις συγκεντρώσεις των Αλβανών της Ελλάδας στο Σύνταγμα ενάντια στην καταστροφή του υγροβιότοπου | Dimitris Kapantais/SOOC

Ε.Κ. (36 ετών, ιδιωτική υπάλληλος): Οι διαδηλώσεις στην Αλβανία αποτελούν ένα πολύ σημαντικό momentum της πολύπαθης σύγχρονης ιστορίας της χώρας. Εχει αναδυθεί ένα τόσο απρόσμενο κι όμως τόσο ελπιδοφόρο και συγκινητικό κίνημα «από τα κάτω» που δεν το περίμενα. Είναι συγκινητικό και πολύ ελπιδοφόρο να βλέπουμε γιαγιάδες και παππούδες να συμμετέχουν με χαρά και ελπίδα στις διαδηλώσεις στην Αλβανία, έχοντας υπόψη ότι η μέση σύνταξη δεν ξεπερνάει τα 150 ευρώ. Είναι σημαντικό γιατί το γενικό αίτημα είναι κοινό: αξιοπρεπής ζωή.

Ως μετανάστριες δεύτερης γενιάς προσπαθούμε να ενημερωνόμαστε καθημερινά και συγκινούμαστε βαθιά με τη συμμετοχή του ετερόκλητου αυτού κόσμου. Διαβάζουμε πλακάτ που μιλάνε για τον πόνο που έχει προκαλέσει η διαρκής μετανάστευση όλες αυτές τις δεκαετίες και δεν μπορούμε παρά να ταυτιστούμε. Προσωπικά δεν είμαι στους ανθρώπους που είμαι de facto «περήφανη που είμαι Αλβανίδα», δεν το θεωρώ κάποιο κατόρθωμα που έτυχε να γεννηθώ εκεί ή που οι γονείς μου είναι από εκεί, αλλά ναι, τέτοιες περίοδοι με κάνουν να φουσκώνω από περηφάνια για αυτόν τον λαό στους δρόμους.

Α.Μ. (21 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος): Σίγουρα θα ήταν ένα συν η επένδυση για τον τουρισμό και την οικονομία της Αλβανίας, αλλά η επιλογή του τόπου σε σύνδεση με το όνομα «Τραμπ» κάνει τους ντόπιους να μην είναι τόσο πρόθυμοι στο να πουλήσουν την πατρίδα τους. Δεν είμαι παρών στις εξελίξεις και το «ζω» μέσα από το κινητό μου, αλλά δεν παύει να με ενδιαφέρει καθώς πρόκειται για την πατρίδα μου.

Μ.Γ. (28 ετών, μεταπτυχιακός φοιτητής): Από τη μια πλευρά καταλαβαίνω την ανησυχία των διαδηλωτών, γιατί η Αλβανία είναι μια πανέμορφη χώρα και δεν πρέπει να χαθεί η φυσική της ομορφιά. Από την άλλη, πρέπει να δούμε και το πώς η Αλβανία θα μπορούσε να προχωρήσει οικονομικά και επιχειρηματικά. Ας ξεκινήσουν πρώτα από τα βασικά (διαφάνεια, καλύτερη δημοσιονομική διαχείριση) και μετά βλέπουμε και τα funds, τα οποία πρέπει να σέβονται τον αλβανικό λαό και την περιουσία του. Παρακολουθώ τις εξελίξεις με ενδιαφέρον και αγωνία και ας μη ζω εκεί. Χαίρομαι που έγιναν συγκεντρώσεις στην Αθήνα και στο Λονδίνο, δείχνοντας ότι οι Αλβανοί του εξωτερικού ενδιαφέρονται για το μέλλον της χώρας τους.

Μ.Ν. (25 ετών, φοιτητής): Παρακολουθώ τις εξελίξεις όπως παρακολουθώ οτιδήποτε στον κόσμο, χωρίς να νιώθω κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με αυτό. Ισως φταίει η απόσταση. Φοβάμαι πάντως πως δεν θα υπάρξουν ιδιαίτερα αποτελέσματα.

Σ.Γ. (37 ετών, φαρμακοποιός): Δεν συμφωνώ με αυτή την επένδυση βλέποντας τι έχει συμβεί σε άλλες περιοχές της Αλβανίας. Στον κόλπο του Μοναστηριού στους Αγ. Σαράντα, η ανεξέλεγκτη δόμηση έχει καλύψει την περιοχή με μπετόν. Η παραλία δεν είναι ελεύθερα προσβάσιμη. Στο Παλάσα επικρατεί η ίδια κατάσταση. Επιπλέον, πολλά οικόπεδα πέρασαν στα χέρια μεγάλων επιχειρηματιών χωρίς διαφάνεια και πολλοί πολίτες έχασαν περιουσίες χρόνων.

E.M. (28 ετών, ιδιωτική υπάλληλος): Παρά τη ρητορική περί ανάπτυξης και επενδύσεων, για χιλιάδες νέους ανθρώπους η μοναδική πραγματική διέξοδος εξακολουθεί να είναι η μετανάστευση, γι’ αυτό και οι σημερινές κινητοποιήσεις δεν αφορούν πλέον μόνο την προστασία ενός φυσικού βιότοπου ή την αντίθεση στο πολυτελές resort. Εχουν μετατραπεί σε μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική έκφραση αγανάκτησης απέναντι σε ένα καθεστώς που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας θεωρούν βαθιά διεφθαρμένο και αποκομμένο από τις ανάγκες των πολιτών. Ο κόσμος που βγαίνει σήμερα στους δρόμους μάς γεμίζει συγκίνηση αλλά και ελπίδα. Μπορεί, όταν ζεις μακριά από τη χώρα σου, να είναι πιο δύσκολο να αφουγκραστείς τον καθημερινό παλμό της κοινωνίας και πολλές φορές η ενημέρωση που φτάνει να είναι περιορισμένη ή φιλτραρισμένη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουμε καταφέρει να οικοδομήσουμε ισχυρούς πολιτικούς και κοινωνικούς δεσμούς με ενεργούς πολίτες, συλλογικότητες και πολιτικοποιημένους ανθρώπους μέσα στην ίδια την Αλβανία. Για εμάς, η απόσταση δεν αποτελεί λόγο αποστασιοποίησης. Αντίθετα, αποτελεί μια πρόκληση να βρούμε νέους τρόπους συμμετοχής και σύνδεσης με τους αγώνες και τις διεκδικήσεις του λαού μας.

Ε.Κ. (29 ετών, ιδιωτική υπάλληλος): Αισθάνομαι οργή που βλέπω τη χώρα καταγωγής μου να ακολουθεί τον δρόμο της χώρας που μεγάλωσα και να ξεπουλάει τον τόπο στον βωμό της ιδιωτικοποίησης, του χρήματος και του τουρισμού. Το «πρότζεκτ» αυτό εντείνει την ανησυχία μου για τις επιπτώσεις που θα έχει κοινωνικά και πολιτικά στην Αλβανία αλλά και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων (καθώς η οικογένεια Τραμπ έχει απλώσει τα πλοκάμια της και σε άλλες χώρες των Βαλκανίων).

Δυστυχώς νιώθω πως είναι περιορισμένα τα πράγματα που θα μπορούσα να πράξω από μακριά και να έχουν πραγματικό αντίκτυπο. Χαίρομαι που βλέπω τη μαζική κινητοποίηση και με γεμίζει ελπίδα να βλέπω τους συμπατριώτες μου έπειτα από τόσα χρόνια να μη φοβούνται την αντίσταση.