Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια μηχανιστική ρύθμιση και απορρύθμιση των πολιτικών κομμάτων. Πέραν της προσπάθειας να «γκρεμιστούν» τα ιδεολογικά όρια, οι μετακινήσεις πολιτικών προσώπων μεταξύ κομμάτων εργαλειοποιούνται. Επιδιώκεται, κυρίως από τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ, να σηματοδοτήσουν τη διεύρυνση των κομματικών τους ορίων. Επί της ουσίας όμως οι διευρύνσεις αυτές είναι καθαρά προσχηματικές και αποσκοπούν να κρύψουν πίσω από αυτές το ευκολότερο πέρασμα των πολιτικών τους.
Φυσικά, υπάρχουν διαφορές για το πώς διαχειρίζονται τις διευρύνσεις η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ, διαφορές που έχουν να κάνουν με την ίδια τη συγκρότησή τους. Με πολλή αβρότητα η Ν.Δ. εγκαλούσε για συνεργασίες, αλλά στην ουσία ήθελε να επικρατεί η δική της ιδεολογική άποψη με αποδέκτες το δικό της παραδοσιακό κοινό. Πολιτικές αιχμής, όπως τα θέματα ασφάλειας, του προσφυγικού, των Πανεπιστημίων, της Αυτοδιοίκησης, των εργασιακών σχέσεων. Πολιτικές τις οποίες η Ν.Δ. συνδιαμόρφωσε και υλοποίησε με «πολιτικούς ετεροδημότες», ωραιοποιώντας έτσι τη δήθεν στροφή της στο Κέντρο.
Ομως με διαλυμένη τη μεσαία τάξη και την επιχειρηματικότητα, δίνει τα χρυσά κλειδιά της «ανάπτυξης» σε εκείνους που έχουν μεγάλη οικονομική δραστηριότητα και κεφάλαιο για να στήσουν παράπλευρα μια φασονατσίδικη, υπεργολαβική οικονομία, μιας νέας τάξης μικρομεσαίων. Η φορολόγηση χάνει τον αναδιανεμητικό της ρόλο και αφήνει τις επιχειρήσεις και τις τράπεζες να ρυθμίζουν τις αγορές, τους μικρομεσαίους και τις εργασιακές σχέσεις. Σε συνδυασμό δε με την επιδίωξη της Ν.Δ. για την κοινοβουλευτική της σταθερότητα, θα στήσει το συντηρητικό θεσμικό, παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο της χώρας. Ο πρωθυπουργός ήταν πολύ σαφής. Δεν περίμενε κάποιος κάτι άλλο από μια κυβέρνηση της Δεξιάς. Τώρα, αν στους κόλπους του κόμματος της Ν.Δ. υπάρχουν μικροδιαφορές, δεν αλλάζει η μεγάλη εικόνα.
Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέπτυξε μία άλλη λογική διευρύνσεων και συμμαχιών. Ξεκίνησε με την ανήκουστη κυβερνητική συμμαχία του με τους ΑΝ.ΕΛΛ. Συνέχισε με συνεργασίες ομάδων που μετακινήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ, για να εμπλουτίσουν και να διευρύνουν την εκλογική του βάση. Εκείνων των «πολιτικών μέτοικων». Είναι όμως ένα κόμμα που έχει δομικό «γενετικό» πρόβλημα από τον σχηματισμό του.
Δεν μπορεί να ενσωματώσει στην ιδεολογία του μακροχρόνιες συνεργασίες με συναινετικό και συμμετοχικό χαρακτήρα. Συνεργασίες που θα εγγυηθούν τη μετάλλαξή του σε κόμμα με δομημένη σοσιαλιστική ιδεολογία και σοσιαλδημοκρατική λειτουργία και θα το αναβαθμίσουν σε κόμμα εξουσίας. Η δομική αλλαγή του θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο, συλλογικά ή η ηγετική του ομάδα, θα μπορέσει να επανακαθορίσει νέες αρχές και ιδεολογία που θα συνδυάζονται και με την αλλαγή της λειτουργίας του.
Οι προκλήσεις και οι δομικές αλλαγές που ξεδιπλώνονται στον ευρωπαϊκό και διεθνή χάρτη δίνουν προβάδισμα στη δημιουργία ισχυρού σοσιαλιστικού πόλου. Η επόμενη συνεπώς εκλογική αναμέτρηση και στη χώρα μας δεν θα γίνει με αφήγημα «το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την κρίση». Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα γίνει με πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση. Οι πολιτικές δυνάμεις θα έχουν το δικό τους αφήγημα για το πώς θα ανασυγκροτήσουν τη νέα διακυβέρνηση, τη συγκρότηση της νέας κοινωνικής διαστρωμάτωσης, τον νέο τρόπο αναδιανομής στη χώρα μας.
Η επόμενη μέρα των διπλών εκλογών με διαφορετικό εκλογικό σύστημα, εκείνου της απλής αναλογικής και της ενισχυμένης, που για πρώτη φορά γίνονται στη χώρα μας, θα δημιουργήσει κραδασμούς και αναδιάταξη του πολιτικού κόσμου. Για τη συγκρότηση κυβέρνησης, η Ν.Δ. θα ποντάρει στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει στα αποτελέσματα του πρώτου γύρου. Ιστορικά, οι πολιτικές συγκρούσεις με κοινωνική έκφραση είναι εκείνες που σηματοδοτούν την αλλαγή πλεύσης μιας χώρας.
Σε αντίστοιχες περιόδους ιδεολογικών επιλογών και ταξικών συγκρούσεων, το ΠΑΣΟΚ, με τον Ανδρέα Παπανδρέου και στη συνέχεια σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, είχε αναδείξει ότι η δημοκρατική παράταξη είναι το αντίπαλο δέος απέναντι στη συντήρηση. Ενα πατριωτικό κόμμα, σοσιαλιστικό που στηρίζει τους μη προνομιούχους και μικρομεσαίους και ενός κράτους που δεν αποποιείται τον ρόλο του. Πάνω στα ζητήματα αυτά ξετύλιγε τις συμμαχίες του, τις προγραμματικές συνεργασίες, τις διαχρονικές μεταρρυθμιστικές πολιτικές. Πάντα με την κοινωνία, τους πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά στις αποφάσεις του κόμματος και της κυβέρνησης.
Στη μεγάλη αυτή δημοκρατική παράταξη δεν υπήρχαν «πολιτικοί ετεροδημότες», ενώ οι «πολιτικοί μέτοικοι» πάντα επέστρεφαν στα πάτρια εδάφη. Ο καθένας είχε την αξία του, είχε το ανάστημά του αλλά πάντα μέσα στο ιδεολογικό περιβάλλον του πολιτικού του χώρου.
* πρώην υπουργός και ευρωβουλευτίνα
