Στη νοτιοκορεατική σειρά «Παιχνίδι του καλαμαριού» εκατοντάδες εξαθλιωμένοι πολίτες δέχονται να ανταγωνιστούν μεταξύ τους σε παιδικά παιχνίδια, όπου η νίκη μεταφράζεται σε μια μαγική διέξοδο από την αέναη καθημερινή κόλαση στην οποία επιβιώνουν στον πραγματικό κόσμο. Βέβαια, δεν γνωρίζουν ότι το παραμικρό ολίσθημα σημαίνει την αστραπιαία και στυγερή δολοφονία τους. Μετά τον πρώτο γύρο και τις μαζικές δολοφονίες των πιο αδυνάτων, οι υπόλοιποι συνειδητοποιούν το βαρύ τίμημα του παραμικρού λάθους και μέσω ψηφοφορίας αποφασίζουν να διακόψουν την τρομοκρατική διαδικασία.
Οι δυνάστες τους άλλωστε τους είχαν δώσει αυτή τη δυνατότητα. Τη δυνατότητα της «ελεύθερης» επιλογής του πεπρωμένου τους. Και έτσι γυρίζουν πίσω… Πίσω, όμως, στον πραγματικό κόσμο, έρχονται αντιμέτωποι με όλες αυτές τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που τους οδήγησαν άλλωστε στα θανατηφόρα παιχνίδια. Ανυπέρβλητες δυσκολίες, όχι όμως και τόσο μακρινές για το ελληνικό κοινό, ακόμα και για την αυτοπροσδιοριζόμενη ως μεσαία τάξη της χώρας. Και αφού μετά το πέρας μερικών ημερών κρίνουν ότι η πραγματικότητα είναι το ίδιο και ίσως περισσότερο σκληρή από τον θανατηφόρο ανταγωνισμό των «παιχνιδιών», τελικώς επιστρέφουν με δική τους –πάλι «ελεύθερη»– βούληση. Τουλάχιστον εκεί υπάρχει περισσότερη ειλικρίνεια.
Στον δικό μας πραγματικό κόσμο στην περιοχή του Περάματος δολοφονήθηκε ένας Ρομά, μόλις 18 ετών και πατέρας δυο παιδιών, αφού προηγουμένως είχε κλέψει μαζί με δυο ανήλικους Ρομά ένα αυτοκίνητο 25ετίας. Η δημόσια συζήτηση τώρα περιστρέφεται γύρω από τις ευθύνες των αστυνομικών που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο. Πρόκειται για μια παραπλανητική συζήτηση που ρίχνει τις ευθύνες στα εκτελεστικά όργανα και όχι σε αυτούς που ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, που δεν μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στην ουσία του ζητήματος της περιθωριοποίησης –όλο και περισσότερο διογκούμενης– μερίδας ανθρώπων εντός του κοινωνικού ιστού και σαφώς όχι μόνο των Ρομά.
Οι συνθήκες περιθωριοποίησης και εξαθλίωσης τους οδήγησαν να συμμετέχουν στο δικό μας παιχνίδι του καλαμαριού και οι εναλλακτικές τους ήταν το ίδιο ελπιδοφόρες όσο και των παικτών της νοτιοκορεατικής σειράς. Μέχρι ποια τάξη πήγαν αυτά τα παιδιά σχολείο; Τι ευκαιρίες είχαν ως προς την εργασιακή αποκατάστασή τους; Τι πρόσβαση και ποια η αποδοχή τους από τις κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες; Η ζωή στις περιθωριοποιημένες και γκετοποιημένες ζώνες είναι σαν μια χαβούζα που σε ρουφάει τόσο δυνατά που μόνος σου είναι εξαιρετικά σπάνιο να καταφέρεις να βγεις. Μήπως οι δυνάστες τούς χρειάζονται εκεί; Μήπως όλοι μας είμαστε εν δυνάμει περιθωριοποιημένοι, εάν χρειαστούν περισσότερους «παίκτες»;
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να πούμε ένα βροντερό «Οχι» στην κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων (στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναφέρεται ως πρώτη φάση της «αξιολόγησης») που θα οδηγήσει σε σχολεία υποβαθμισμένα και υποχρηματοδοτούμενα σε τόσο μεγάλη κλίμακα που ακόμα και οι πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως «μεσαία τάξη» θα αναθεωρήσουν ως προς την κοινωνική τους θέση, όταν γύρω από τις υποβαθμισμένες σχολικές μονάδες θα αρχίσουν να συρρέουν οι όλο και περισσότεροι εξαθλιωμένοι πολίτες στις γειτονιές της χώρας. Ηδη, με την αστεία δικαιολογία του «εξορθολογισμού» συγχωνεύονται τμήματα σε όλη την επικράτεια με αποτέλεσμα να στοιβάζονται έως και 29 μαθητές σε μία αίθουσα. Σε καιρό πανδημίας συμβαίνουν αυτά, μην ξεχνιόμαστε. Εάν περάσει αυτό το τερατούργημα τα επόμενα χρόνια θα κλείσουν σχολεία, όπως έκλεισαν στις άλλες χώρες που εφαρμόστηκαν παρόμοιες απορρυθμίσεις με αποτέλεσμα τη γεωμετρική αύξηση της εγκληματικότητας και της συμμετοχής των εξαθλιωμένων στα παιχνίδια του καλαμαριού. Γιατί όταν κλείνει ένα σχολείο, ανοίγει μια φυλακή.
* οργανωτικός γραμματέας ΠΟΣΕΕΠΕΑ ΠΕ 30 κοινωνικών λειτουργών – αναπληρωτής
