ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαρά Παπαβασιλείου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Πήγα κατευθείαν φυλάκιο κι από κει στην Αλβανία. Οι μάχες μας ήταν στο Πόγραδετς. Ηταν ανάγκη να πάμε ν’ αντικαταστήσουμε το 65 Σύνταγμα που είχε διαλυθεί τότε που ήρθε ο Μουσολίνι. Πήγαμε λοιπόν με τα πόδια. Φτάσαμε στον Τόμαρο. Εγώ ήταν το κακό πως είχα τα εργαλεία. Στον στρατό ήμουνα τσαγκάρης. Είχα άλογο. Και πόσο το λυπόμουνα! Το ’δινα ό,τι έτρωγα εγώ. Σταφίδες. Κάθε λόχος είχε τον τσαγκάρη, τον κουρέα, τον ράφτη, τον νοσοκόμο τ’.

Οι στρατιώτες φτάσαν στον προορισμό τους. Εμείς είχαμε τα ζώα. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Τα σέρναμε με την κοιλιά πάνω στο χιόνι. Τα ξεφορτώσαμε. Είχα δύο κιβώτια, τον οπλισμό μου, τον γυλιό μου. Εκεί σ’ ένα μέρος στα χιόνια ίσα με ένα δωμάτιο μεγάλο καθώς προχωρούσα κόβεται ένα κομμάτι χιόνι και πέφτω ίσα με δεκαπέντε μέτρα βάθος.

Σ’ ένα χάος που δεν μπορώ να δω. Σκέφτηκα και πήρα τον δρόμο προς τα κάτω. Πάω εκεί που ήταν το ποτάμι. Κουράστηκα. Εφτασα πάνω από πεντακόσια μέτρα. Κοντά σκέφτηκα ν’ αυτοκτονήσω. Λέω: ‘‘Εχει ο Θεός. Θα προχωρήσω. Σαν τον τυφλοπόντικα θα σκάβω με το φτυάρ’, θα κόβω με το ξίφος’’. Ετσι, παιδί μου, τα κατάφερα. Με τραβήξανε. Αφού βγήκα, με βλέπει ο κινητός φρουρός και τρέχει στον λοχαγό. “Λοχαγέ”, λέει, “ο Λαμπριανίδης βγήκε”. Τρέχει ο λοχαγός. Με αγκαλιάζει, με σκεπάζει με τη χλαίνη του. Ετρεμα απ’ το κρύο. Υστερα ήρθε η ενωμοτία, δηλαδή έντεκα άντρες, ανοίξαν το μέρος και πήραν τα άλλα τα πράγματα. Με έβαλε στο αντίσκηνό του, με ξάπλωσε. Εβγαλε απ’ την κάσα του δικά του ρούχα και μ’ έντυσε. Με άλειψε με οινόπνευμα. Μου ’δωσε κονιάκ, σταφίδες. Κι έτσ’ συνήλθα και πήγα στο αντίσκηνό μου. Επειδή στο διάστημα αυτό δεν εργαζόμουν, πήγα με τον διμοιρίτη. Αιχμαλωτίζαμαν Ιταλούς σκοπούς, τους πηγαίναμε στον λόχο και μαθαίναμαν τα νέα. Πού θα γίνουν επιθέσεις.

Ο,τι δώρα ερχόντανε, σε μένα τα φέρνανε. Με φώναζε ο λοχαγός, γιατί ήμαν το πρώτο παιδί του λόχου. “Ελα δω», μο ’λεγε, “Πάρε αυτά”. Εγώ δεν ήθελα. “Εϊ, πάρτα”. Και μάζεψα πενήντα ζευγάρια κάλτσες! Εβλεπα αυτούς τους ακίνητους σκοπούς. Παγώνανε. Τρελαίνονταν απ’ τον πάγο! Μόλις βγαίναν οι ακίνητοι σκοποί, εγώ πήγαινα στο αντίσκηνό τους και τους έτριβα τα χέρια και τα πόδια με οινόπνευμα και τους έβαζα κάλτσες. “Κοιμήσου τώρα”, τους έλεγα. Μια μέρα πήρε ο συνταγματάρχης ο Μαρκίδης τον λοχαγό μου, τον Τσίχλη. “Ρε Τσίχλη, τι συμβαίν’ με σένα, παιδάκι μ’”, λέει.

“Εσένα ο λόχος είναι στο χειρότερο μέρος και δεν έχεις κρυοπαγήματα κι μένα εδώ τα κρυοπαγήματα θερίζουν τους στρατιώτες μ’”. Δεν ήξερε ο λοχαγός μου την αιτία και πάω και του το λέω. “Ρε παιδί μ’, εσύ τρελός είσαι”, μου λέει. Λοιπόν, γούρου, γουρ το κουρδιστήρι (ο ασύρματος) ο λοχαγός μ’: “Κύριε διοικητά, συγγνώμη. Δεν ήξερα τι συνέβαινε. Ο τσαγκάρης του λόχου…”, το και το “Εσείς δεν έχετε εκεί κάλτσες;”. “Παιδί μου, για τις υπηρεσίες που προσέφερες στους συναδέλφους σου…”».

Τον πνίγει η συγκίνηση. Πατώ το κουμπί. «Παιδί μου, έρχονται οι εικόνες εκείνων των παιδιών μπροστά μου. Εχω τα βογκητά ακόμα στ’ αυτιά μου. “Οϊ, όι, μανούλα μ’”, έλεγαν κι εγώ δώσ’ του τρίψιμο χέρια, πόδια. Η ανακούφιση και η ευγνωμοσύνη στα μάτια τους! Δεν μπορώ να σου περιγράψω! Με πήρε στο τηλέφωνο ο ίδιος ο διοικητής να με συγχαρεί “Το καθήκον μου, κύριε διοικητά…».

Και από την «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» της Εκδοτικής Αθηνών:

«Ο πόλεμος κρίθηκε στην ξηρά. Εκεί οι αντίπαλοι αντιμετώπιζαν έναν σοβαρό και αστάθμητο παράγοντα, τον χειμώνα. Από τον Δεκέμβριο ο μεγαλύτερος εχθρός δεν ήταν πια ο αντίπαλος, αλλά ο χειμώνας, το χιόνι, που είχε σκεπάσει τα πάντα, και το θανάσιμο κρύο που πάγωνε κάθε ζωντανή ύπαρξη. Στο χιόνι θάφτηκαν και τα σχέδια των ανώτατων διοικήσεων και οι φιλοδοξίες τόσων στρατηγών. Επιμελητείες και ανεφοδιασμοί εξαρθρώθηκαν κι από τις δύο πλευρές. Και ο αγώνας στο εξής ήταν πρώτα και κύρια αγώνας επιβιώσεως. Τα κρυοπαγήματα έκαναν θραύση στα πόδια των στρατιωτών και τα νοσοκομεία γέμισαν από ακρωτηριασμένους μαχητές. Οι νέοι με τις πατερίτσες έγιναν ένα γνώριμο φαινόμενο τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία. Το πολικό κρύο, η λάσπη, η βρωμιά και η ψείρα, τα παγωμένα πτώματα ανδρών και ζώων και το φάσμα του ακρωτηριασμού και του αργού θανάτου αποτελούν και αυτά μια άλλη πλευρά του πολέμου, που λείπει και αυτή από τις επίσημες ιστορίες, αλλά που αποτελεί το βασικό μέρος όσων μαρτυριών σώθηκαν από το Μέτωπο και από τις δύο πλευρές».

Κι απ’ το «Αξιον Εστί» του Οδ. Ελύτη: «Η Μεγάλη Εξοδος»: «Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνω ως κάτω απλωμένη την αφοβιά σα σημαία οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Κι ακολουθούσαν άντρες πολλοί και γυναίκες και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια».

Και πάλι απ’ το «Αξιον Εστί»: «Η Πορεία προς το Μέτωπο»: «…Νύχτα στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω στον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. (…) Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. (…) Ολοένα πιο συχνά τύχαινε ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Οπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι. (…) Κι όπου σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε κουνούσαν το κεφάλι αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Ομως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά… ‘‘Οϊ, όι, μάνα μου, όι, όι, μάνα μου’’, και κάποτε, πιο σπάνια, ένα μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτό ο ρόγχος του θανάτου».

*Φιλόλογος, συγγραφέας

● Αφιερωμένο στον Αγνωστο Στρατιώτη του Αλβανικού Μετώπου