Με την έκδοση αυτή συμπληρώνεται μια μικρή αλλά ιδιαίτερα περιεκτική συλλογή τίτλων στα ελληνικά που εκπροσωπούν τη θρυλική «σχολή του Μιλάνου», η οποία λειτούργησε καθοριστικά στη δεκαετία του ’60 με επίκεντρο το ιστορικό περιοδικό Casabella, για μια εποχή-πηγή σκέψης για την αρχιτεκτονική σε διεθνές επίπεδο. Είχαν έτσι προηγηθεί η Β. Πετρίδου, μεταφράζοντας το «Η αρχιτεκτονική της πόλης» του A. Rossi (1978) και ο Κ. Πατέστος, μεταφράζοντας μια ανθολογία γραπτών πάλι του Γκράσι (1998).
Αλλά και το ίδιο το θρυλικό βιβλίο του Γκράσι έφτασε τώρα ώς εμάς ύστερα από δικές του μεταλλάξεις: πρώτη έκδοση (1967), δεύτερη έκδοση (1998), δύο ισπανικές (1973, 2008). Αυτή τη στρωματογραφία απηχούν τα τρία εισαγωγικά σημειώματα, δύο του συγγραφέα και ένα του C. M. Aris. Οπου βέβαια θα πρέπει να προστεθεί και το επίμετρο του Σ. Ζαρούλα, με τον ταιριαστό τίτλο «Ξαναρχίζοντας από τον Ορθολογισμό» – που πιστοποιεί τον ομολογημένο κεντρικό στόχο του Γκράσι: να υποστηρίξει «την πίστη στον απόλυτο χαρακτήρα της λογικής» όπου εδράζεται «η δίψα για βεβαιότητα».
Οπότε στο μεταφρασμένο βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας συνοψίζονται πολλές επιμέρους συζητήσεις μιας τριακονταετίας, εξαιρετικά ταραχώδους, γεμάτης αμφισβητήσεις, διαψεύσεις και θριάμβους, πάντα με επίκεντρο την αρχιτεκτονική. Δηλαδή εκείνο που ο Γκράσι επιμένει να θέτει μοναδικό, ως το κεντρικό σημείο αναφοράς, αγνοώντας τις «σειρήνες» της εποχής. Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο «ιστορικό» όχι μόνο επειδή επεξεργάζεται μια θεματική με δηλωμένο ιστορικό υπόβαθρο, τον κλασικισμό, αλλά επειδή το ίδιο έχει αποκτήσει ενδιάμεσα, 50 χρόνια μετά την αρχική του έκδοση, ιστορική υπόσταση – έγινε μοιραία κομμάτι της σύγχρονης μυθολογίας της αρχιτεκτονικής.
Θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς σήμερα πώς λειτουργεί για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο που γεννήθηκε μέσα στον θεωρητικό αναβρασμό του ’60 και επιβίωσε από όλες τις αναθεωρητικές απόπειρες που διαδέχτηκαν την κατάρρευση των ώς τότε βεβαιοτήτων. Γιατί το βιβλίο του Γκράσι δεν είναι ένα νηφάλιο θεωρητικό δοκίμιο, κατασκευασμένο μέσα στην ασφάλεια κάποιου εργαστηρίου, αλλά ένα εργαλείο πολεμικής ενάντια σε κάθε επικίνδυνη απόκλιση. Το είχε ορίσει ο ίδιος με ακρίβεια στην εισαγωγή του 1998, εξηγώντας πως ζητούσε ένα εργαλείο «που βασίζεται στον έλεγχο και στην οργάνωση, που εναντιώνεται στο αυθόρμητο και στην επινόηση, στον συναισθηματισμό, στη φαντασία και στην αυθαιρεσία».
Πάνω από όλα, ο Γκράσι ήθελε να προσφύγει σε «ξεκάθαρες ιδέες που εφαρμόζονται με ακρίβεια και έλεγχο», με άλλα λόγια, επιστρέφοντας στην ιστορία για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του μέλλοντος στην πράξη, ξεπερνώντας το αντιφατικό και μπερδεμένο παρόν. Αν η μία κατεύθυνση που επιλέγει τον φέρνει αντιμέτωπο με τις ακατάλυτες αρχές του Ορθολογισμού η άλλη –και εδώ έγκειται η μεγάλη συμβολή του– τον καθοδηγεί στον Μεσοπόλεμο, από όπου ανασύρει μερικούς αρχιτέκτονες, κάποτε παρεξηγημένους ή αγνοημένους, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν απρόβλεπτη συνάφεια με τους «κλασικούς κανόνες» αρχιτεκτονικής του Ορθολογισμού δύο αιώνες πριν.
Ο Γκράσι έτσι προτάσσει ένα συμπαγές σύστημα σκέψης, διαχρονικής ισχύος, που μιλάει απευθείας για την ουσία της αρχιτεκτονικής. Αποφεύγοντας τις όποιες ύποπτες συναλλαγές με άλλες περιοχές, κάτι που τότε θεωρούνταν πρωτοπορία, ο Γκράσι διατηρεί έτσι αλώβητη την πολύτιμη «καθαρότητα» της (αρχιτεκτονικής) σκέψης του. Ηταν άλλωστε μια «δήλωση προθέσεων», όπως τη λέει, ενός αρχιτέκτονα «που στην πραγματικότητα δεν είχε ακόμη αναμετρηθεί με την αρχιτεκτονική». Γι’ αυτό απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά, άμεση ή έμμεση, σε αρχιτεκτονικές προτάσεις του.
Ομως από την άλλη, αυτή η προσωρινή ή ευκαιριακή απόσταση από την πράξη δεν στερεί τον επιτελεστικό χαρακτήρα της διαμόρφωσης μιας «μορφολογικής θεωρίας» της αρχιτεκτονικής από αυτό το βιβλίο, τολμώντας να κοιτάξει κατάματα τον κλασικισμό και καταρρίπτοντας πολλούς μύθους γύρω από τον μοντερνισμό του Μεσοπολέμου. Ο Γκράσι επιμένει ότι η αρχιτεκτονική είναι μία και «αυτόνομη επιστήμη» και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ηθελε πολύ θάρρος μια τέτοια δήλωση το 1967!
Δικαιολογημένα, στο επίμετρό του ο Σ. Ζαρούλας αναφέρεται στη συμμετοχή του Γκράσι σε προτάσεις για την ελληνική πρωτεύουσα το 1997. Πρόκειται για το πρόγραμμα «Δέκα σχέδια για την ελληνική πόλη» της εταιρείας Ηρακλής, όπου ο Γκράσι επεξεργάστηκε πρόταση για την περιοχή των σιδηροδρομικών σταθμών της Αθήνας, παράλληλα με μια αντίστοιχη των Σ. και Δ. Αντωνακάκη. Συμπτωματικά, και ο γράφων μετείχε στο ίδιο πρόγραμμα και θυμάται πόση εντύπωση του έκανε τότε η προσφυγή του Γκράσι σε ιστορικά παραδείγματα: σε δύο τυπικά ρωμαϊκά έργα (βιβλιοθήκη Αδριανού, Ρωμαϊκή Αγορά). Αν είχε προηγουμένως διαβάσει το βιβλίο του για τη λογική δομή δεν θα είχε απορίες.
