Δεν χρειάζεται να ξαναεπισημάνω, νομίζω, πόσο πίσω από τις απαιτήσεις της εποχής βρίσκεται η Αριστερά, εγχώρια και διεθνής, μετριοπαθής και ριζοσπαστική (περίεργος προσδιορισμός, πια). Η καθυστέρησή της -με όλες τις συνδηλώσεις της λέξης– είναι πρόδηλη και καταθλιπτική.
Η άμεση πολιτική έκφανση αυτής της συνθήκης, ιδίως για τη σχετικά «μαζική» Αριστερά, εκδηλώνεται στην αδυναμία της να προτείνει ένα πρόγραμμα πέρα από την καλύτερη (;) διαχείριση του υπάρχοντος. Στην πραγματικότητα, η πολιτική της ορατής Αριστεράς, αυτής που έχει μια κάποια επαφή με επαρκή ποσοτικά «κοινά», είναι μια πολιτική ηπιότερης εκδοχής όσων ήδη υλοποιούνται.
«Ηπιότερος» νεοφιλελευθερισμός, «ηπιότερη» εκμετάλλευση, «ηπιότερη» κατασπατάληση των φυσικών πόρων, «ηπιότερη» περιβαλλοντική καταστροφή… Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ένα σημαντικό τμήμα της έχει αρχίσει να ενσωματώνει στον λόγο του και τη νεοφυή απαίτηση της «ανθεκτικότητας».
Με δυο λόγια, τη στιγμή που όσοι, απλώς, έχουν μάτια βλέπουν πως απαιτούνται ριζικές απαντήσεις στις καταστρεπτικές ροπές της εποχής, τη στιγμή που ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου κατανοεί πως ο καπιταλισμός της καταστροφής είναι η διαρκής πια συνθήκη της ζωής, η «μαζική» Αριστερά διατυπώνει… ρεαλιστικές προτάσεις, επιχειρώντας, λέει, να επεκτείνει την ηγεμονία (sic) της προς το «Κέντρο».
Κι αν δεν έχει κακοπάθει ο καημένος ο Γκράμσι τα τελευταία χρόνια!
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το θέμα των ανισοτήτων. Ενημερωνόμαστε, κατά καιρούς, πόσο βασικός «πυλώνας» της αριστερής πολιτικής είναι οι ανισότητες. Πόσο απαράδεκτη είναι η εξέλιξή τους. Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη αντιμετώπισής τους.
Και μετά το χάος!
Στην καλύτερη περίπτωση, έχουμε καλύτερες (;) φορολογικές εκδοχές των «βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών»· στη χειρότερη, γενικότητες περί προοδευτικότητας, που ποτέ δεν προσδιορίζεται στοιχειωδώς ποσοτικά. Τη στιγμή που ο αντίπαλος παίρνει τα πάντα, ο λόγος της κοινοβουλευτικής Αριστεράς είναι, εν πολλοίς, μια ψοφοδεής υπεράσπιση του ήδη υπάρχοντος, το οποίο δεν είναι παρά η προηγούμενη κατάκτηση των νεοφιλελεύθερων κανιβάλων και των τάξεων που εκπροσωπούν. Σας καλώ να δείτε τα φορολογικά προγράμματα, όσα και όσο υπάρχουν, των κοινοβουλευτικών κομμάτων στην Ελλάδα. Δείτε, για παράδειγμα, το πρόγραμμα (;) της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και συγκρίνετέ το με τις απόψεις του σοσιαλδημοκράτη παλιάς κοπής Τομά Πικετί για τα σχετικά ζητήματα.
Ο Πικετί μάς θυμίζει πως, π.χ., στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ το 10% του πληθυσμού κατέχει ποσοστά από 60% έως 70% της περιουσίας –και μαζί με το αμέσως παρακάτω 35% του πληθυσμού το 95% της περιουσίας– με αποτέλεσμα να απομένει για την πλειονότητα του κόσμου της εργασίας, της επισφάλειας και της ανεργίας ποσοστό λιγότερο του 5%. Επιπλέον, επισημαίνει πως αντίστοιχη και διαρκώς επιδεινούμενη είναι η κατάσταση σε ό,τι αφορά το εισόδημα στο μέτρο που, τα τελευταία σαράντα χρόνια, το σύνολο της αύξησης του προϊόντος πηγαίνει στα χρηματοκιβώτια των πλούσιων και ανώτερων μεσαίων, ενώ οι φτωχοί μένουν, στην καλύτερη περίπτωση, σε στάσιμη κατάσταση.
Τι να κάνουμε, λοιπόν; Απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, που έλεγε ο Μαρξ. Τίποτε λιγότερο δεν μπορεί να είναι η απάντηση απέναντι στον καπιταλισμό της καταστροφής. Δεν υπάρχει μη αντικαπιταλιστική απάντηση μεσοχρόνια: κομμουνισμός ή βαρβαρότητα είναι το δίλημμα. Το γυμνό δίλημμα, που πρέπει να προεξάρχει στον δημόσιο λόγο της Αριστεράς.
Δεν είναι αρκετά ρεαλιστικό, θα πει κάποιος νουνεχής της «μαζικής» Αριστεράς. Γι’ αυτό, ίσως, σε ολόκληρο το πρόγραμμα –ή προ-πρόγραμμα– του ΣΥΡΙΖΑ, π.χ., δεν υπάρχει ούτε μία φορά η λέξη εκμετάλλευση.
Ας πάμε, λοιπόν, στα ρεαλιστικά, αυτά που ήδη έχουν συμβεί επί καπιταλισμού.
Στη «χρυσή» μεταπολεμική εποχή του συστήματος, οι ανώτεροι φορολογικοί συντελεστές εισοδήματος στις ΗΠΑ έφτασαν μέχρι το 90%, με μέση τιμή άνω του 80%. Σε Γαλλία και Γερμανία άγγιξαν το 70%, ενώ στη Βρετανία, τη δεκαετία του ’70, προσέγγισαν το 98%.
Την ίδια περίοδο, οι φόροι περιουσίας και κληρονομιάς κινήθηκαν, επίσης, σε αστρονομικά, από τη σημερινή, ακόμη και την «αριστερή», οπτική, επίπεδα. Φόροι κληρονομιάς στους πλούσιους άνω του 70% ήταν κανονικότητα.
Η αποδοχή, λοιπόν, του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού φαντασιακού –και όχι ο «ρεαλισμός»– είναι που κάνει μια κάποια Αριστερά να μη διαμορφώνει την πολιτική της βάσει των παραπάνω. Να μη λέει, δηλαδή, αξιοποιώντας τις προτάσεις τού, χωρίς αμφιβολία, ελάχιστα ριζοσπάστη Πικετί πως με έναν φόρο περιουσίας στην Ε.Ε. –της τάξης του 5%– στο 10% των πλουσιότερων θα προέκυπταν επιπλέον ετήσια έσοδα 3 τρισεκατομμυρίων ευρώ –4 φορές ολόκληρο το Ταμείο Ανάκαμψης, 20 φορές ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός!– και μ’ έναν αντίστοιχο εφάπαξ φόρο 33% θα είχαμε για τις τωρινές έκτακτες ανάγκες ένα ολόκληρο ευρωπαϊκό ΑΕΠ. Αλλιώς πώς;
* εκπαιδευτικός
