ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πανδημία έχει αλλάξει τη ζωή μας. Πολλά αδιανόητα έγιναν αποδεκτά και πολλά αδιαπραγμάτευτα παζαρεύονται. Από την εργασία μέχρι τη διασκέδαση και από τις μετακινήσεις μέχρι τις συναλλαγές, στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας επιβλήθηκαν –άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε κραυγαλέα– όροι και προϋποθέσεις που σε άλλες εποχές δεν θα γίνονταν αποδεκτά. Αν παρακολουθήσει κανείς τον δημόσιο διάλογο και τη συλλογιστική του, τότε εύκολα αντιλαμβάνεται ότι βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή. Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε την τωρινή πραγματικότητα με εκείνη των ανθρώπων που μαθαίνουν από τον γιατρό ότι πάσχουν από ένα χρόνιο νόσημα. Το πληροφορούνται αλλά δεν μπορούν να διανοηθούν τι επακολουθεί.

Μέχρι τώρα οι περισσότεροι αναλυτές επικέντρωσαν –και δικαιολογημένα– το ενδιαφέρον τους στην εργασία. Οι απώλειες χιλιάδων θέσεων εργασίας, η συρρίκνωση του χρόνου απασχόλησης σε πολλούς κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας, η καθιέρωση της τηλεργασίας, η σιωπηλή αποδοχή της αποσύνδεσής της από τον τόπο και η προσαρμογή των εργασιακών σχέσεων σε νέα -αδιανόητα βλαπτικά σε βάρος των εργαζομένων– δεδομένα συνθέτουν την τωρινή κατάσταση. Αν το καλοεξετάσουμε, η πολιτική ελίτ αξιοποίησε τη βία του πραγματισμού για να ακρωτηριάσει ζωτικά κοινωνικά χαρακτηριστικά της εργασίας και στη συνέχεια ανάγκασε τους ανθρώπους να αποδεχτούν –άλλοτε βίαια και άλλοτε συναινετικά– ότι ο κόπος τους είναι προϊόν όπως όλα τα άλλα που «υποχρεώνεται» να προσαρμοστεί στις ανάγκες και στις απαιτήσεις του πελάτη. Μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι επικεντρώνονται στην περιγραφή της νέας πραγματικότητας, περιγράφοντας με αξιοζήλευτη πιστότητα το νέο τοπίο. Λογικό. Αλλωστε, είναι πολύ νωρίς για αποτιμήσεις και για προβολές.

Η πανδημία όμως δεν άλλαξε μόνο την αγορά εργασίας. Επηρέασε και τον τρόπο που συναλλασσόμαστε. Με την επίκληση της υγειονομικής ασφάλειας και του δημόσιου συμφέροντος τόσο οι ιδιωτικές συναλλαγές όσο και τα «πάρε δώσε» με το κράτος απέκτησαν… διαμεσολαβητές. Οι πιστωτικές κάρτες θεωρούνται πλέον κάτι σαν την αστυνομική ταυτότητα. Το κινητό τηλέφωνο επιβλήθηκε σαν εργαλείο πολλαπλών χρήσεων σε μια σειρά συναλλαγών και πιστοποιήσεων. Η διασυνδεσιμότητα αναβαθμίστηκε στην κλίμακα των ανθρώπινων αναγκών, αφού θεωρείται τόσο απαραίτητη στη συναλλακτική δραστηριότητα όσο το οξυγόνο για τον ανθρώπινο οργανισμό. Με αυτά και άλλα τόσα ο ιδιωτικός χώρος άρχισε να στενεύει.

Οι τράπεζες, οι εταιρείες ψηφιακών συναλλαγών και μέσων πληρωμής που ελέγχουν και διαχειρίζονται τις πληρωμές από κινητά (fintech), οι διαχειριστές των apps, οι ψηφιακοί κολοσσοί που κατασκευάζουν εφαρμογές και πλατφόρμες που αντλούν πληροφορίες για προσωπικές επιλογές, έσπευσαν να καλύψουν τον χώρο που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν, με πρόφαση την πανδημία, οι άνθρωποι. Οι τραπεζίτες από έμποροι χρήματος μετατράπηκαν σε «αστυνόμους», οι fintech εταιρείες σε επιχειρήσεις αποθήκευσης δεδομένων, οι διαχειριστές των apps σε καταγραφείς προτιμήσεων και συμπεριφορών, οι εταιρείες πλαστικού χρήματος σε αρχειογράφους της καταναλωτικής συμπεριφοράς, οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται κάθε λογής ψηφιακές πλατφόρμες σε ακούσιους εξομολογητές σαν και αυτούς του Μεσαίωνα, με τη μόνη διαφορά ότι δεν χρησιμοποιούν την απροκάλυπτη σωματική βία των προπατόρων τους αλλά τη συγκαλυμμένη βία του… αποκλεισμού.

Τα στοιχεία των ισολογισμών αποδεικνύουν ότι τελικά οι άνθρωποι «προσαρμόστηκαν». Στα δύο χρόνια της πανδημίας, η άυλη οικονομία διευρύνθηκε αδιανόητα γρήγορα, κυριαρχικά, αυταρχικά, αθόρυβα και αναίμακτα. Η κανονικότητα της πανδημίας βοήθησε όλες αυτές τις εταιρείες να κατακτήσουν έδαφος, που σε άλλες συνθήκες θα χρειάζονταν δεκαετίες – πέρα από τις αντιδράσεις που θα έπρεπε να διαχειριστούν.

Αυτή είναι η ελεύθερη αγορά, θα απαντούσαν κάποιοι. Θα είχαν δίκιο, αν δεν υπήρχαν συγκεκριμένα παραδείγματα στα οποία γίνεται φανερό ότι η «αλάνθαστη αόρατος χειρ» θα είχε πάθει «αγκύλωση» χωρίς την υποστήριξη των εξουσιών που χρησιμοποίησαν τις «σοδειές» τους για τις δικές τους σκοπιμότητες.

Το διαπιστώνει κανείς μελετώντας το «κινεζικό μοντέλο». Η άνοδος των κινεζικών fintech εταιρειών, πέρα από τα κέρδη που προσπόρισε στους μετόχους τους, ενίσχυσε το πιο ευρύ κράτος επιτήρησης στον κόσμο. Η παρακολούθηση δεδομένων από δισεκατομμύρια ψηφιακές συναλλαγές αξιοποιείται από τις κινεζικές αρχές για να συμπληρώσουν τις ήδη βαρυφορτωμένες βάσεις δεδομένων τους, που αφορούν ιστορικά αναζήτησης και συνδέσεων σε κοινωνικά δίκτυα. Οι πληροφορίες για χρόνο, τοποθεσία, ιστορικά συναλλαγών, ταξιδιωτικά αρχεία, στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών και πολλά άλλα ακόμα αξιοποιούνται ώστε η κυβέρνηση να παρακολουθεί και να ελέγχει ανθρώπους και κοινότητες. Στο Χονγκ Κονγκ οι χρηματοπιστωτικές αρχές ζήτησαν από τις τράπεζες να αναφέρουν συναλλαγές για να βοηθήσουν τις Αρχές να εντοπίσουν τους ακτιβιστές. Υπάρχουν κάποιοι που πάνε ακόμα πιο μακριά και συνδέουν τη fintech με τις ισορροπίες στα αποθεματικά νομίσματα. Αναλυτές της Morgan Stanley προέβλεπαν ότι το γουάν θα μπορούσε να ξεπεράσει το γιεν της Ιαπωνίας και τη βρετανική στερλίνα για να γίνει το τρίτο μεγαλύτερο αποθεματικό νόμισμα στον κόσμο έως το 2030.

Η χρήση ψηφιακών εργαλείων για σκοπούς δημόσιας υγείας ήδη προβληματίζει, καθώς οι πολιτικές ελίτ απέκτησαν άκοπα και χωρίς αντιδράσεις έναν πολλαπλασιαστή αυταρχικής ισχύος. Με πρόσχημα την εθνική υγεία έναντι της τήρησης των κανονισμών περί απορρήτου, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις νομιμοφανούς παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης ιδιωτικότητας. Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας κατά τη διάρκεια της κρίσης πέρασε μία εξαίρεση δημοσίου συμφέροντος από τους αυστηρούς κανόνες της επί του απορρήτου, για να συλλέξει προσωπικά δεδομένα χωρίς συγκατάθεση. Στη Σιγκαπούρη οι επιτροπές ιδιωτικότητας των δεδομένων έκριναν ότι οι προσωπικές πληροφορίες υγείας μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε υγειονομικού χαρακτήρα δράσεις, χωρίς συγκατάθεση. Ακόμα και στη δημοκρατική Ευρώπη οι πολιτικές ελίτ με ελάχιστη δημόσια συζήτηση έδωσαν προτεραιότητα στην εθνική υγεία έναντι της τήρησης των κανονισμών περί απορρήτου.

Δυστυχώς, παρατηρούμε ότι το σύνολο του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας είτε ψελλίζει είτε σιωπά στη συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει η κυβέρνηση με την αξιοποίηση της πανδημίας να μετασχηματίσει την ελληνική κοινωνία. Εξαντλείται σε ανούσιες γενικότητες και αποφεύγει συστηματικά να αναδείξει τη δράση τόσο αυτών που έχουν την κυβερνητική ευθύνη όσο και εκείνων που χρησιμοποιεί. Προφανώς είτε δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους είτε προσδοκά ότι κάποια θα στιγμή θα επωφεληθεί και αυτό…

* δημοσιογράφου, συγγραφέα