Τον δάσκαλο τον γνώρισα όταν έχοντας δημοσιεύσει μια ποιητική συλλογή και ύστερα από την παρακίνηση μιας φίλης συγγραφέα, αποφάσισα να παρακολουθήσω το εργαστήρι δημιουργικής γραφής στο ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη στον Πειραιά. Ο ίδιος διεξήγαγε το «μάθημα» μέσα στη βιβλιοθήκη που είχε δωρίσει στο ίδρυμα κάποια χρόνια πριν και η οποία αριθμεί δεκαπέντε χιλιάδες βιβλία. Αποποιούνταν δε την ιδιότητα του «δασκάλου» και δυσανασχετούσε ελαφρώς όταν τον αποκαλούσαμε έτσι.
Κάθε φορά διαβάζονταν κείμενα τα οποία είχαν γραφτεί από μας ως ανταπόκριση στην ανάγνωση ενός κειμένου, κάποιες φορές διάσημου άλλοτε λιγότερο γνωστού λογοτέχνη, επιλογή του διδάσκοντος. Μετά, η τάξη σχολίαζε το κάθε κείμενο που άκουγε και στο τέλος ο δάσκαλος, αφού έκανε την κριτική του για το καθένα, παρουσίαζε το κείμενο και τον συγγραφέα που μας είχε δώσει και είχε αποτελέσει έναυσμα για τα κείμενα της ανταπόκρισης.
Οταν ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ᾽70, έλεγε τη γνώμη του για ένα κείμενο ενός επίδοξου ποιητή που μόλις άκουγε, ήταν μειλίχιος και πέρα από κάποιες τεχνικές παρατηρήσεις έβρισκε διακειμενικές αναφορές στο έργο σημαντικών δημιουργών, παλιών και νέων. Εχοντας γράψει κείμενα κριτικής για εκατοντάδες δημιουργούς σε πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά, αντιμετώπιζε το πρωτόλειο κείμενο ενός νέου ανθρώπου στον χώρο των γραμμάτων με τη στοργή που θα έδειχνε κανείς σε ένα νεογέννητο. Στο εργαστήρι του μπορούσες ανώδυνα να «εκτεθείς» και να πειραματιστείς σε ένα πολυσυλλεκτικό ακροατήριο υπό την προσεκτική καθοδήγηση του δάσκαλου.
Αυτό επαναλαμβανόταν για χρόνια, δυο-τρεις φορές τον μήνα στη βιβλιοθήκη του φιλόξενου ιδρύματος και προς το τέλος της ζωής του στο σπίτι του ποιητή. Μια φορά, με αφορμή ένα κείμενο τολμηρά υπερρεαλιστικό, μας πήγε στο κτήμα Μάτσα στην Κάντζα της Αττικής, όπου με τη θερμή φιλοξενία της κυρίας Ρωξάνης Μάτσα σε συνδυασμό με το καλό κρασί του κτήματος που δοκιμάσαμε, μας αποκάλυψε την ποίηση του Αλέξανδρου Μάτσα.
Ο δάσκαλός μας είχε επιμεληθεί την έκδοση των απάντων του διπλωμάτη και ποιητή που συνδέθηκε με τους Γάλλους παρνασσιακούς και τόλμησε εκείνη την εποχή την επιμειξία δημοτικής και καθαρεύουσας. Είχαμε την αίσθηση, περπατώντας στους κήπους του κτήματος, ότι περιδιαβάζαμε το Le vieux jardin τού ώς τότε άγνωστου σε μας αιρετικού ποιητή της γενιάς του ᾽30.
Σχεδόν πάντα πίναμε ένα κρασί όλοι μαζί σε κάποιο στέκι στον Πειραιά μετά τις συναντήσεις μας, ύστερα στο σπίτι του δάσκαλου όπου στο τέλος της κάθε σεζόν μάς σέρβιρε την καθιερωμένη σπεσιαλιτέ του, ψητό στον φούρνο που συνοδεύαμε με ό,τι ο καθένας είχε φέρει για την περίσταση. Μέσα σε επτά χρόνια η τάξη αυτή έβγαλε δεκαοκτώ βιβλία ποίησης και πεζογραφίας σε γνωστούς εκδοτικούς οίκους.
Μα τι είχε συντελεστεί μέσα μας όλον αυτόν τον καιρό; Ποιος μηχανισμός είχε άραγε ενεργοποιηθεί και λειτουργήσει, ώστε να προκαλέσει αυτή την εκφραστική έκρηξη; Ποιο ήταν εν τέλει το αντικείμενο αυτής της μαθητείας κοντά στον δάσκαλο; Δεν θα τολμήσω εδώ κάποια θεωρητική προσέγγιση. Με απασχολεί καθαρά η εμπειρία της μαθητείας στα κείμενα και στο γράψιμο. Το αν είναι διδακτή στο κάτω κάτω η λογοτεχνία ή είναι απλά ένα αυτόματο, όπου ο αναγνώστης διαμορφώνει την ανάγνωση και η όποια κατεύθυνση ή -θα το τολμήσω- διδασκαλία δεν έχει παρά επικουρική της καλλιτεχνικής απόλαυσης λειτουργία.
Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου ήταν δάσκαλος. Είχε την αναγνωστική εμπειρία κειμένων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είχε το αισθητήριο του κάλλους. Παρά το λογοτεχνικό του ανάστημα, έσκυβε πάνω από τα πολλές φορές άτεχνα ποιήματά μας με την ίδια προσοχή που θα προσέγγιζε το έργο ενός ώριμου λογοτέχνη. Η ανάλυσή του πάντα συνέδεε το άγουρο κείμενο που ακουγόταν στην ομήγυρη άλλοτε με έναν κατακερματισμένο δεκαπεντασύλλαβο, άλλοτε με έναν υφέρποντα υπερρεαλισμό ή μια ευθεία αναφορά στις μεταπολεμικές λογοτεχνικές γενιές. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο ενέτασσε την παραγωγή της τάξης μας στη λογοτεχνική σφαίρα, αλλά έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε κάποιος να την αναγνώσει.
Στις μέρες μας αναρωτιόμαστε αν θα πρέπει η λογοτεχνία να διδάσκεται και δη στα σχολεία. Αναρωτιόμαστε ποιο είναι το αντικείμενο της όποιας παρέμβασης στην αισθητική εμπειρία της λογοτεχνικής, αλλά και της αισθητικής απόλαυσης γενικότερα, σε κάθε μορφή τέχνης. Πολλοί έχουν μιλήσει για τον θάνατο του συγγραφέα και έχουν αναγγείλει την εκδημία ακόμα και της ίδιας της ποίησης.
Νομίζω ότι η διδασκαλία προλαμβάνει τον θάνατο του αναγνώστη. Αυτός ο θάνατος, πολύ φοβάμαι, αν συντελεστεί θα είναι τελειωτικός, μη αναστρέψιμος. Γιατί η απουσία της αναγνωστικής εμπειρίας οδηγεί στην απώλεια του αισθητικού κριτηρίου. Ετσι, το κάθε κείμενο δεν θα δέχεται κριτική, δεν θα εντάσσεται ούτε θα κατατάσσεται. Δεν θα υπάρχει κριτική, θα έχει κάθε γραπτό την απαίτηση του ύψους. Ισα όλα και όμοια. Η ισηγορία όμως δεν καταργεί την αξιολόγηση του αγορεύοντος από το ακροατήριο.
Αυτό το ακροατήριο θα πρέπει να διαφυλάξουμε. Γιατί καραδοκεί παντού η μετριότητα και φτιασιδώνεται, ώστε να παριστάνει το ωραίο. Αυτό μάθαμε, να αποκαλύπτουμε το κίβδηλο με τη λυδία λίθο της διδασκαλίας του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου. Καλό κατευόδιο, δάσκαλε.
