Ο εργαζόμενος που πασχίζει να βυθομετρήσει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη για το νέο ωράριο εργασίας του νιώθει την ίδια αβεβαιότητα με τον Αγιο Αυγουστίνο που συλλογιζόταν τον χρόνο: «Αμα δεν το σκέφτομαι γνωρίζω τι είναι, άμα με ρωτήσεις δεν ξέρω να σου πω».
Είναι τουλάχιστον εύηθες να ισχυρίζεται κανείς, όπως πολλά «μακάρια» πνεύματα στην κυβέρνηση, πως με τα μέτρα της ρυθμίζεται ο εργασιακός χρόνος, όταν από την άλλη πλευρά δίνει έμφαση στις πολιτικές ανάπτυξης και παραγωγής που ευνοούν την ευέλικτη εξειδίκευση, την επέκταση της κοινωνικής εργασίας, τις νέες μορφές ελέγχου της εργατικής δύναμης, τη σύνδεση της εργασίας με το παραγόμενο έργο και την πλήρη υπεραξία της, που ουσιαστικά ισοπεδώνει με μια αφαιρετική αναγωγή τη διαφοροποίηση της εργασίας.
Το νομοσχέδιο του Χατζηδάκη, mutatis mutandis, επικαιροποιεί τη φυσική τάση του πρώτου, ασύδοτου, καπιταλιστικού μοντέλου να αντιμετωπίζει την εργασία (και φυσικά τον χρόνο εργασίας) ως «εξαγωγή αξίας» σε υπερθετικό βαθμό. Στο 8ο βιβλίο του «Κεφαλαίου» ο Μαρξ, μιλώντας για την τάση του εργοδότη να χρησιμοποιεί την εργασία του άλλου, να μεταμορφώνει την πλήρη εργασιακή του ενέργεια (και την περίσσεια της) σε προσωπικό πλούτο, σε ίδια, αλλά αλλοτριωμένη, συσσώρευση, τη χαρακτήριζε «πεθαμένη εργασία που αναζωογονείται, σαν το βαμπίρ, μόνο αποστραγγίζοντας τη ζωντανή εργασία».
Η εκμετάλλευση της υπεραξίας της εργασίας, τούτο το απόθεμα που γεννάται από την περίσσεια και τη διαφορά του πραγματικού χρόνου για την παραγωγή του έργου και τον τελικό χρόνο της απασχόλησης, αποτελεί και τη βάση των συγκρουόμενων συμφερόντων ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδότη. Είναι ο χρόνος που αφαιρείται για την οργάνωση της ζωής του πρώτου και την εξοικονόμηση των δυνάμεών του, όσο και για την πραγματική και αναλογική διάθεση της εργασιακής του δύναμης για να κερδίζει τα προς το ζην.
Η μείωση του χρόνου εργασίας -από τους εξουθενωτικούς όρους της πρώτης καπιταλιστικής επανάστασης στο οκτάωρο ή στις τρεις/τέσσερις ώρες που κήρυτταν οι Κέινς και Ράσελ παλιότερα, στην πενθήμερη εργασία ή σήμερα στην τετραήμερη και ακόμη λιγότερη- και η ελάττωση των εκβιαστικών καταναγκασμών από την πλευρά του εργοδότη συνιστούν τη διαιώνια απαίτηση των εργαζομένων.
Από την άλλη πλευρά, η μεγιστοποίηση του κέρδους αφενός από τη μηχανική αντικατάσταση του εργαζομένου, μέσω της επέκτασης της τεχνολογίας, και την αντιμετώπισή του ως «κόστος εργασίας», που καλύπτεται με παράταση του χρόνου εργασίας, ώς τον «εποικισμό» της προσωπικής ζωής και της μείωσης της αμοιβής, συναρθρώνουν το σύνθημα των εργοδοτών στη διαρκή αναπροσαρμογή του μοντέλου παραγωγής και κατά συνέπεια της διαμόρφωσης του χρόνου εργασίας και της αμοιβής του και σε ευρύτερο επίπεδο της οργάνωσης, ιεράρχησης και εξοικείωσης της κοινωνίας, των ηθών και εθών της, στο μοντέλο αυτό.
Η τάση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων ανά τους χρόνους αμβλύνθηκε μέσα από τις συλλογικές διεκδικήσεις των οργανώσεών τους και μέσα από τους, συχνά αιματηρούς, αγώνες τους για την απελευθέρωση από τις σύγχρονές τους «δουλοπαροικιακές» σχέσεις εργασίας. Τούτη ακριβώς την οργάνωση -ακόμη και στην παρούσα παρακμιακή και συχνά πυκνά συμπλέουσα με την εργοδοσία συνδικαλιστική μορφή και καθηγεσία της- χτυπά το νομοσχέδιο Χατζηδάκη όσον αφορά το δικαίωμα στην απεργία και τη δικαστική διαιτησία της, όσο και στην επέκταση του δικαιώματος «τηλεργασίας» -που κεκαλυμμένα προβάλλεται ως «μεγαλύτερη ελευθερία» για να εργάζεται κάποιος «όπου, όποτε, όσο θέλει», αλλά στην ουσία υποκρύπτει ακόμη μεγαλύτερη δέσμευση, έλεγχο, εντατικοποίηση και μεγαλύτερα έξοδα λειτουργίας, που θα βαρύνουν τον ίδιο τον εργαζόμενο. Και φυσικά μικρότερη προσωπική παρουσία στον χώρο εργασίας, που βοηθά στον εντοπισμό των προβλημάτων, την οργάνωση, την αλληλεγγύη και την αντίδραση/πάλη.
Το εργασιακό νομοσχέδιο απορρυθμίζει και ανατρέπει ουσιαστικά κάθε έννοια και χαρακτήρα του χρόνου και της ποιότητας της εργασίας: στην ουσία εδραιώνει την «ανταγωνιστική» προσφορά της από τον εργαζόμενο στον εργοδότη, εν είδει μειοδοτικού διαγωνισμού, την καθιστά ένα πραγματικό καταναλωτικό προϊόν, μία συναλλαγή, όπως τόνιζε πάλι ο Μαρξ, ανάμεσα σε εκείνον που πουλά και σε εκείνον που αγοράζει την εργασιακή δύναμη και που «η κατανάλωση του προϊόντος δεν ανήκει στον πωλητή, που την αλλοτριώνει, αλλά στον αγοραστή που την αποκτά».
*Δημοσιογράφος, δρ Γλωσσολογίας/Φιλοσοφίας
