Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχει μια νουβέλα του Χένρι Τζέιμς («Η Υπέροχη Γωνιά») που με συγκλόνισε όταν την πρωτοδιάβασα πριν από πολλά χρόνια. Μετέφρασα μάλιστα κάποιες σελίδες της και τις συμπεριέλαβα στον τόμο «Φανταστικό και Λογοτεχνία» που επιμελήθηκα το 1982 στις εκδόσεις «Αιγόκερως».

Τι ήταν όμως αυτό που με συγκλόνισε στην ιστορία του Σπένσερ Μπράιντον που εγκατέλειψε στα 23 του χρόνια το πατρικό του σπίτι, την «υπέροχη γωνιά», και επέστρεψε εκεί 30 χρόνια αργότερα;

Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο άδειο σπίτι… «όλα ξανάφερναν στην επιφάνεια το ίδιο πρόβλημα: τι θα μπορούσε να είχε γίνει ο ίδιος, πώς θα μπορούσε να είχε ζήσει και να “εξελιχθεί” αν δεν είχε αποφασίσει, απ’ την αρχή, να φύγει…»

«Αν δεν είχα ακολουθήσει τον νεανικό εκκεντρικό δρόμο της ζωής μου, σχεδόν αψηφώντας την πατρική κατακραυγή… αν δεν είχα μείνει εκεί μέχρι σήμερα, σε μια άλλη ήπειρο, χωρίς αμφιβολίες και, κυρίως, χωρίς τύψεις… αν δεν είχα αισθανθεί τόση ευχαρίστηση, αν δεν είχα αγαπήσει -α! πόσο αγαπήσει!- αυτό που έκανα, νιώθοντας μια απέραντη περηφάνια για την εκλογή μου… τότε μια οποιαδήποτε παραλλαγή όλων αυτών θα είχε ενεργήσει διαφορετικά πάνω στη ζωή και τη “μορφή” μου… Το πρόβλημα είναι να μάθω ποια φανταστική αλλά απόλυτα πιθανή εξέλιξη του εαυτού μου, αυτού του alter ego που είχα βαθιά μέσα μου, άφησα ανεκμετάλλευτη…»

Μέσα στις αμφιβολίες του ο Μπράιντον βασανίζεται από την έμμονη ιδέα ότι υπάρχει και κάποιος άλλος στο έρημο σπίτι. «Οταν άνοιγε μια πόρτα, που πίσω της ήταν βέβαιος πως δεν θα έβρισκε τίποτα, κι έπεφτε πάνω σε μια παρουσία άκαμπτη που τον αψηφούσε, σαν καρφωμένη στη μέση της κάμαρας, και τον κοίταζε κατάματα μέσα στο μισοσκόταδο… Ηταν ένας άνδρας με τη δική του κορμοστασιά», αλλά «ένας φριχτός άγνωστος, δεν έχει τίποτα δικό μου, ακόμη και όπως θα μπορούσα να είχα γίνει»…

Ετσι εγκατέλειψα κι εγώ το πατρικό σπίτι στα 24 χρόνια μου για να σπουδάσω και να ζήσω στη Γαλλία. Οταν έπειτα από χρόνια ξαναμπήκα στο άδειο σπίτι (αλλά για μένα γεμάτο, με όλα τα έπιπλα και τα αντικείμενα στις γωνιές του), ήταν σαν να αντίκριζα, όπως ο Μπράιντον, αυτή την εικόνα του alter ego μου. Πώς θα ήμουν αν είχα μείνει εκεί, αν είχα αυτή την «κανονική» ζωή που οι δικοί μου είχαν σχεδιάσει για μένα;

Ολοι μας έχουμε τέτοιες ζωές. Ζωές που δεν ζήσαμε, πράξεις θάρρους ή και δειλίας που δεν τολμήσαμε, έρωτες που δεν εκδηλώσαμε… Οι αποφάσεις μας, παρά τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες μας, ήταν σαφείς, ξεκάθαρες. «Αν ρωτιούνταν πάλι, “όχι” θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ “όχι”, το σωστό, εις όλην την ζωήν του» (Καβάφης).

* σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA, MA New York College, Athens, University of Greenwich, UK