Πολίτης, μαχόμενος δικηγόρος, γενναίος αρθρογράφος, σύζυγος και πατέρας. Σε άγριες εποχές. Ναξιώτης. Από έφηβος είχε ήδη φάκελο πολιτικών φρονημάτων. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αρθρογραφούσε σε πλήθος εφημερίδων… «…Ο άνθρωπος που θα αποφασίσει να αναμειχθεί στα κοινά… έχει μπροστά του να διαλέξει δύο δρόμους: θα υπηρετήσει τα συμφέροντα ή των λίγων ή των ευρύτερων λαϊκών μαζών. Τα συμφέροντα αυτά είναι καθορισμένα και ενιαία, αφού η κοινωνία είναι ταξικά διαρθρωμένη. Οι πολιτικές του πράξεις είναι εκείνες που τον τοποθετούν στη μια ή την άλλη κατηγορία. Απλώς είμαι ένας δημοκράτης που ποθώ ειλικρινά αυτό που λέγεται Πολιτική και Κοινωνική Δημοκρατία. Πάνω από όλα είμαι ανεξάρτητος άνθρωπος, που θέλω το στόμα μου να ‘ναι ελεύθερο να μιλά και το χέρι μου αδέσμευτο να γράφει».
Στις εκλογές του 1956, με δημόσιες δηλώσεις και ομιλίες του, στήριξε το κόμμα της Δημοκρατικής Ενωσης, που συσπείρωνε κόμματα και προσωπικότητες της Δεξιάς (Λαϊκό Κόμμα), του Κέντρου (Κόμμα Φιλελευθέρων κ.ά.) και της Αριστεράς (ΕΔΑ κ.ά.), με στόχο την ανάσχεση της ανόδου προς την εξουσία της νεοπαγούς ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στις εκλογές του 1958 κατέβηκε μαζί με τον Γλέζο με την ΕΔΑ. Τον Ιούλιο της επόμενης χρονιάς υπερασπίστηκε την αδελφή του στο στρατοδικείο Αθηνών, όπου κατηγορούνταν για κατασκοπεία. Την επόμενη χρονιά υπερασπίστηκε τον Χαρίλαο Φλωράκη και άλλα 42 μέλη του ΚΚΕ. Κέρδισε πανελλήνια φήμη όταν στάθηκε γενναία στο δικαστήριο στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Εξέδωσε τα «Ναξιακά Χρονικά», ασχολούμενος με τα κοινωνικά προβλήματα των νησιών. Με την κήρυξη της δικτατορίας διέφυγε τη σύλληψη και προσπάθησε να αποδράσει στην Ιταλία.
Τον Μάιο του 1967 επιβιβάστηκε στο πλοίο «Ρίτα Β.», με προορισμό την Κύπρο. Μια εβδομάδα αργότερα βρισκόταν νεκρός. «Εξεβράσθη πτώμα ανδρός, αγνώστων στοιχείων». Η ιατροδικαστική έκθεση μιλούσε για τραύματα στο κεφάλι «που προκάλεσε μόνος του» πέφτοντας στη θάλασσα… Η κηδεία του έγινε στη Ρόδο σε κλίμα τρόμου, παρουσία τριών φίλων του δικηγόρων, ενός θείου του και 200 χωροφυλάκων. Ο πλοίαρχος τού «Ρίτα Β.», Πέτρος Πόταγας, ήξερε πολλά, προσήχθη σε δίκη, εξαγόρασε την ποινή, προσπάθησε να φύγει μακριά, αλλά έναν μήνα αργότερα βρισκόταν νεκρός στη Νότια Αφρική. Ο ρεμπέτης Γ. Μπίλης έγραψε γι’ αυτόν ένα από τα τελευταία καλά ρεμπέτικα. Και ο Αλέκος Παναγούλης τον τίμησε με τους στίχους του:
«Μαθαίνοντας τον θάνατό σου δεν μπόρεσα να κλάψω.
Στριφογύριζα στο κρεβάτι του νοσοκομείου.
Θυμόμουνα την τελευταία μας συνάντηση.
Δε θα τολμήσουν, έλεγες.
Δεν έχουν άλλο δρόμο, σ’ απαντούσα». («Στον Νικηφόρο Μανδηλαρά»)
