Μέχρι πρόσφατα πίστευα πως ο Αμερικανός κωμικός Μπο Μπέρνχαμ (γενν. 1990) ήταν ό,τι πιο ενδιαφέρον έχει βγει στην κωμωδία τις τελευταίες δεκαετίες. Οχι απλώς γιατί ήταν πρωτότυπα αστείος ή γιατί χρησιμοποιούσε την κωμωδία ως μέσο για άμεσα μηνύματα και απευθείας εξομολογήσεις.
Πιο πολύ γιατί αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα πως η «παράσταση», η τέλεση, ουσιαστικά αποτελεί τον αφηγηματικό πυρήνα της εποχής μας. Της εποχής των σόσιαλ μίντια και της ατελείωτης κατασκευής και αναπαραγωγής του εαυτού. Η συνειδητοποίηση αυτή ήρθε με ένα ταυτόχρονο προσωπικό κόστος. Ο Μπέρνχαμ σταμάτησε να δίνει παραστάσεις stand-up το 2015 ύστερα από αλλεπάλληλες κρίσεις πανικού πάνω στη σκηνή. Πριν από μερικές ημέρες επέστρεψε με το νέο του σόου στο Netflix με τον άκρως επεξηγηματικό στην απλότητά του τίτλο Inside (ελληνικός τίτλος: Από μέσα).
Για να είμαι ξεκάθαρος από την αρχή, πιστεύω πως το Inside είναι το σημαντικότερο καλλιτεχνικό επίτευγμα που γεννήθηκε μέσα στην πανδημία και με αντικείμενο την πανδημία. Και δεν εννοώ στην κωμωδία αλλά γενικότερα. Το να περιγράψεις κατ’ αρχάς το Inside ως κωμικό σόου είναι κάπως παραπλανητικό. Ο κωμικός γράφει, σκηνοθετεί, πρωταγωνιστεί, γράφει τη μουσική, μοντάρει κ.λπ. ένα σόου από τη σοφίτα του σπιτιού του.
Εγκλειστος λόγω της πανδημίας στερείται το κοινό του αλλά και την επικοινωνία με τους ανθρώπους. Οπως ο ίδιος περιγράφει, δημιουργεί αυτή την παράσταση για να μην τρελαθεί. Στη μιάμιση ώρα που διαρκεί, ο θεατής θα δει τον Μπέρνχαμ να τραγουδάει κωμικά κομμάτια για τη συγκυρία, να προβαίνει σε κωμικούς μονολόγους, να αναπαράγει τους κοινούς τόπους της ιντερνετικής κουλτούρας σαρκάζοντας και αυτοσαρκαζόμενος, να πλησιάζει μέσα από το ατομικό βίωμα το συλλογικό τραύμα. Με την αφέλεια της έγκυρης κοινωνικής ανάλυσης και το ουσιαστικό βάθος της χαζομάρας σε μια διαρκή ανατροπή και υπονόμευση.
Νομίζω πως το πραγματικά ιδιοφυές στοιχείο του Inside είναι το γεγονός πως μιλά για την καραντίνα χωρίς ποτέ να την κατονομάσει. Χωρίς να μιλά για αρρώστια ή για μέτρα. Μέσα από την ασάφεια αυτή -που διαρκώς υπονομεύεται από τη δική μας γνώση στην αναφορά- η παράσταση μετατρέπει ουσιαστικά την καραντίνα σε προέκταση και μεγέθυνση της ίδιας της ιντερνετικής κουλτούρας ως κυρίαρχης αφήγησης των κοινωνιών. Την κουλτούρα αυτή που προϋπήρχε και ουσιαστικά γιγαντώθηκε μέσα στον τελευταίο χρόνο. Τη συνομιλία με φίλους και συγγενείς μέσα από διαδικτυακές κάμερες, την ατελείωτη έκφραση απόψεων για όλα τα υπάρχοντα ζητήματα από όλους, το σεξ από το πληκτρολόγιο, την παράθεση του εαυτού μέσα από τις στημένες πόζες του ίνσταγκραμ.
Το διαδίκτυο που σου προσφέρει «τα πάντα όλη την ώρα» χωρίς αξιολόγηση ή λογική. Και τελικά την αντικατάσταση του πραγματικού κόσμου από τον διαδικτυακό τις ημέρες της πανδημίας. «Κάποιος πρέπει να αλληλεπιδρά με τον έξω κόσμο όπως με ένα ορυχείο. Ντυνόμαστε, παίρνουμε όσα χρειαζόμαστε και επιστρέφουμε στην επιφάνεια (του διαδικτύου)». Η έκτακτη ανάγκη της πανδημίας δεν είναι τίποτα άλλο από τη διογκωμένη μορφή της κανονικότητας. Απλώς το κενό, η υστερία και το ακατέργαστό της εδώ λάμπουν εκτυφλωτικά λόγω της παραμόρφωσης που επιβάλλει η υπερβολή. Η πανδημία υπήρξε απλώς τροφή μιας άδειας κουλτούρας που τώρα στέκει σκασμένη και γιγαντωμένη.
Ολη αυτή η συνθήκη θα μπορούσε εύκολα να υποπέσει στη διδαχή ή την καταγγελία αν δεν είχε προσωπική εμπλοκή. Αλλά ο Μπέρνχαμ είναι παρών ως οντότητα σε κάθε πλάνο της παράστασής του. Οχι μόνο ως θύμα της δικτατορίας της πιτζάμας και της παραίτησης που επέβαλε η συγκυρία, όχι μόνο ως έγκλειστος της πανδημίας, αλλά και ως κάποιος που στο παρελθόν είχε δημοσιοποιήσει το αδιέξοδό του για μια παρόμοια κατάσταση εγκλεισμού και αγοραφοβίας και τώρα η περίπτωσή του μοιάζει να πολλαπλασιάστηκε και να επιβλήθηκε μαζικά.
Κάθε αστείο και κάθε σχόλιο φιλτράρεται από τη γνώση του θεατή και κάθε γέλιο κομπιάζει πριν ξεσπάσει, ακριβώς γιατί ξέρουμε πως διατυπώνεται με προσωπικό κόστος. Η ίδια η ύπαρξη του έργου στην πραγματικότητα βιώνεται ως μια έκτακτη ανάγκη του ίδιου του δημιουργού, ο οποίος επιμένει πως συνεχίζει το σόου γιατί δεν θέλει να επιστρέψει στη ζωή του.
Η λεπτή αυτή γραμμή ανάμεσα στο κωμικό και την απελπισία, τη σάτιρα και την απογοήτευση, την παράσταση και την πραγματική ζωή είναι η πιο ουσιαστική, ειλικρινής -και σε στιγμές της σπαρακτική- κατάθεση που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό.
