Μανώλη Χαιρετάκη «Οψεις της χούντας, 1967-1974»: Τα τρία κεφάλαια που περιλαμβάνονται στο τομίδιο αυτό αποτελούν βασικά κεφάλαια μιας εκτενέστερης σε όγκο έκδοσης, που θα εμφανιστεί στα βιβλιοπωλεία σε εύθετο χρόνο.
Εκτός από την αφιέρωση, στην οποία πρέπει να δοθεί έμφαση, η συνέχεια αποτελείται από το Προοίμιο, μια περιληπτική αφήγηση των σκανδάλων της χούντας· η εκτεταμένη αρίθμησή τους απαιτεί μια πολυσέλιδη εγκυκλοπαίδεια, που μόνο η οπτικοποίησή τους σε κινηματογραφικές ταινίες εμφανέστατα θα ανανέωνε εκ βάθρων τα κινηματογραφικά βραβεία για πολλές δεκαετίες.
Το πρώτο κεφάλαιο, «Η Ελλάδα και η αυταρχική διακυβέρνηση της χούντας, 1967-1974», περιλαμβάνει την αφήγηση των κυριότερων γεγονότων που μεσολάβησαν από τον Εμφύλιο ώς τη χούντα, τις παρεμβάσεις του στρατού στη ζωή της χώρας, τις εκλογές της δεκαετίας του ’60, τα ΜΜΕ της εποχής (αναλογικά/χάρτινα και ηλεκτρονικά), την εμφάνιση της αμερικανόπνευστης διαφήμισης της εποχής, την απαρχή της μαζικής κατανάλωσης που αποτέλεσε βασικό στήριγμα των ριψάσπιδων αξιωματικών της χούντας, αλλά και τη συμπληρωματική εκδοχή της, που είναι η ανερμάτιστη και συνεχής προπαγάνδα.
Η πολιτική χρήση της τηλεόρασης, θέμα που έχει επανακάμψει στον δημόσιο λόγο και στις μέρες μας, υπερασπίζεται και υποστυλώνει την πανταχού παρουσία τού κιτς, που αποτελεί την αισθητική εκδοχή τής όποιας ιδεολογίας (;) των πραξικοπηματιών. Το κεφάλαιο κλείνει με την ελληνική περίπτωση της «πώλησης» του αντικομμουνισμού, που αποτέλεσε ίσως το πιο περιζήτητο επάγγελμα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, «επάγγελμα» το οποίο ανταλλασσόταν (ως ανταλλακτική αξία) με αξιώματα, πάμπολλες (υπερ)προσοδοφόρες θέσεις, πολλά παράσημα και ατέλειωτα προνόμια.
Το δεύτερο κεφάλαιο, το «Χρονολόγιο», περιλαμβάνει συνοπτικά τη μετάβαση από τον μετεμφυλιακό ΙΔΕΑ στην Ενωση Ελλήνων Νέων Αξιωματικών-ΕΕΝΑ, με επικεφαλής τον χουντικό βασανιστή και δικτάτορα Δ. Ιωαννίδη, δείχνοντας ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας λειτούργησε -σε αξιοσημείωτο βαθμό- ως ανίκανο να αναλάβει την ευθύνη των ίδιων των πράξεών του, εφόσον υπήρξαν αρκετά και σαφέστατα προειδοποιητικά σημάδια πριν από την εγκαθίδρυση της χούντας.
Το τρίτο κεφάλαιο, «Το πολιτικό, το πολιτιστικό και η κατάρρευση», εξετάζει τη συστηματική μεταλλαγή που πέτυχε σε μεγάλο βαθμό η δικτατορία, μεταμορφώνοντας ένα όχι ασήμαντο ποσοστό των πολιτών σε δουλοπάροικους, φοβισμένους υπηκόους, ωθούμενους από το αποκλειστικό τους συμφέρον, φοβικούς, φανατισμένους εχθρούς του συλλογικού στην οποιαδήποτε μορφή του (εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάρτης), ανίκανους να σκεφτούν εφόσον η (από τηλεοράσεως) παιδεία τους ήταν να μην ψάχνουν και να καταπίνουν αμάσητη τη χουντική προπαγάνδα και την πνευματική πορνεία, δίνοντας βήμα σε απατεώνες, κουμπάρους, ραμολιμέντα και τυχοδιώκτες μέσα στο «περιβάλλον» που είχε διαμορφώσει η «ελληνοχριστιανική μπανανία» της χούντας. Ο πολιτιστικός τομέας αντιστάθηκε από δημοκράτες συντελεστές με διάφορους τρόπους μέχρι την τελική κατάρρευση της χούντας.
