Από μικρός μού άρεσαν πάντα οι αστυνομικές ταινίες, όλων των ειδών και κατηγοριών. Μόνο με τις ταινίες κατασκοπίας είχα πρόβλημα. Δεν με συγκινούσαν ιδιαίτερα κι ας είχαν φαινομενικά πολλά κοινά στοιχεία με τις αστυνομικές: μυστήριο, έρευνες, φόνους, δράση, ανατροπές. Ολα έμοιαζαν, κι όμως όλα στο βάθος ήταν διαφορετικά.
Στην αστυνομική ταινία αρκεί πολλές φορές ένα μόνο έγκλημα για να αποκαλύψει έναν συνάνθρωπο-τέρας, να προκαλέσει μια αταξία στην οργάνωση της κοινωνίας γύρω μας.
Στην ταινία κατασκοπίας, αντίθετα, ακόμα κι όλες οι παραβιάσεις του ποινικού κώδικα δεν προκαλούν την ίδια εντύπωση. Δεν αφορούν τον κόσμο που ζούμε, αλλά μια μυστική οργάνωση/υπηρεσία, για την οποία αγνοούμε τα πάντα. Εδώ η αταξία είναι δεδομένη, αποδεκτή. Είναι η αταξία ενός μυστικού πολέμου και, όπως συμβαίνει σε κάθε πόλεμο, τα πάντα είναι επιτρεπτά. Ολα τα εγκλήματα, όλα τα ψέματα, όλες οι μέθοδοι, όλα τα μέσα. Τίποτα δεν μπορεί πια να μας εκπλήξει.
Ο κατάσκοπος δεν είναι ποτέ πραγματικός εγκληματίας, ό,τι κι αν κάνει. Δεν δρα αυτόβουλα. Είναι πράκτορας. Δεν έχει καν ευθύνη για τις πράξεις του. Παίρνει οδηγίες. Γρανάζι ενός συστήματος, εκτελεί απλά εντολές. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του από τον εγκληματία. Δεν έχει, όπως εκείνος, την ελευθερία επιλογής. Η κατασκοπία είναι το επάγγελμά του. Τη σπούδασε και σε σχολές.
Μοιραία, οι ταινίες αυτές χρησίμευσαν σε κρίσιμες εποχές ως εργαλείο ιδεολογικής προπαγάνδας από διάφορες πλευρές, με τις έννοιες του «έθνους» και της «πατρίδας» σημαίες για την εξασφάλιση της αναγκαίας συναίνεσης. Εδωσαν όμως και κάποια ενδιαφέροντα δείγματα, όταν απομυθοποίησαν αυτές ακριβώς τις πρακτικές.
Αλλες πάλι, αντίθετα, μυθοποίησαν τον μυστικό πράκτορα, όχι χωρίς χιούμορ και αυτοσαρκασμό, και έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Ο Τζέιμς Μποντ εξακολουθεί να γοητεύει και σήμερα, όπως τα χρόνια που τον πρωτοείδα, μαθητής ακόμα. Είναι, ωστόσο, σοκαριστικό σαν συνειδητοποιείς κάποια στιγμή ότι ένας θρυλικός ήρωας είναι απλά ένα πιόνι που εκτελεί εντολές.
Θυμάμαι ένα φιλμ νουάρ που λατρεύω: «Ο δολοφόνος θα έρθει απόψε» («Pushover», 1954). Ενας έντιμος αστυνομικός, ο Πολ Σέρινταν, ερωτεύεται τη Λόνα, ερωμένη ενός γκάνγκστερ, και αποφασίζει να φύγει μαζί της με τα χρήματα μιας ληστείας. Καθώς ο κλοιός γύρω τους σφίγγει, η Λόνα (η πανέμορφη Κιμ Νόβακ) τον παροτρύνει να φύγουν έστω και χωρίς τα χρήματα. Εκείνος επιμένει και τελικά σκοτώνεται. «Δεν τα χρειαζόμασταν πραγματικά αυτά τα λεφτά, ε;», της λέει ξεψυχώντας.
Σκέφτομαι ότι ο Πολ και η Λόνα και όλα τα καταραμένα ζευγάρια του φιλμ νουάρ, ελεύθερα να διαλέξουν αλλά και έτοιμα να πληρώσουν ακριβά για τα λάθη τους, είναι πολύ πιο κοντά μου απ’ ό,τι οι χιλιάδες κατάσκοποι και μυστικοί πράκτορες όλου του κόσμου.
* σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA, MA New York College, Athens, University of Greenwich, UK
