Ανατράφηκε ως Ελληνίδα της Αμερικής. Εγινε παγκόσμια κινηματογραφική διασημότητα κερδίζοντας κι ένα Οσκαρ με τον ρόλο μιας δυναμικής, αρχετυπικής Ιταλίδας μάνας. Και κατέκτησε τα θεατρικά ύψη ερμηνεύοντας μια Εβραία, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος.
Η Ολυμπία Δουκάκη, που πέθανε 1 Μαΐου σε ηλικία 90 χρόνων και πάντα οι Ελληνες θαύμαζαν και παρακολουθούσαν περήφανοι τα επιτεύγματά της, δεν ήταν απλώς μια χαρισματική ηθοποιός, αλλά μια αφοσιωμένη στην ποιότητα και τις αξίες της τέχνης της, προτιμώντας από το Χόλιγουντ το θεατρικό σανίδι.
Ηταν μια γνήσια Δημοκρατική (ο Μάικλ Δουκάκης, που διεκδίκησε την προεδρία των ΗΠΑ το 1988, για να χάσει από τον Τζορτζ Μπους τον Πρεσβύτερο, ήταν πρώτος της ξάδελφος), φεμινίστρια, οικολόγος και υπέρμαχος των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤ κοινότητας, η οποία της ανταπέδιδε την αγάπη -ένας από τους πιο πετυχημένους ρόλους της ήταν μιας τρανς γυναίκας, που «βασίλευε» στο αντεργκράουντ Σαν Φρανσίσκο, στην περίφημη σειρά «Tales of the City».
Η Ολυμπία Δουκάκη, έχοντας πίσω της δεκαετίες σπουδαίας θεατρικής δουλειάς, έγινε διάσημη εν μιά νυκτί ερμηνεύοντας το 1987 στη ρομαντική κωμωδία «Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού» του Νόρμαν Τζούισον τη μαμά της Σερ και σήκωσε το Οσκαρ β΄ ρόλου (αλλά και BAFTA και Χρυσή Σφαίρα).
Είκοσι χρόνια αργότερα ο περίφημος Μάρτιν Σέρμαν, ο συγγραφέας του «Μπεντ», έγραψε ειδικά γι’ αυτήν τον θεατρικό μονόλογο «Ρόουζ», για μια ηλικιωμένη Εβραία της Αμερικής που μέσα σε δύο σπαραχτικές ώρες θυμάται τη ζωή της, από ένα χωριουδάκι της Ρωσίας στο γκέτο της Βαρσοβίας, και προσεύχεται για τους νεκρούς της δίνοντας μάθημα ζωής, αλλά και θρησκευτικής ανεκτικότητας και ανθρώπινης συνύπαρξης, έχοντας έγνοια ακόμα και για τους νεκρούς της Παλαιστίνης.
Την έπαιξε στη Νέα Υόρκη και στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (2000), με διθυραμβικές κριτικές, την έφερε και στην Αθήνα, στο θέατρο της φίλης της Μιμής Ντενίση, στη σχολή της οποίας δίδαξε και λίγα χρόνια αργότερα.
Γεννήθηκε το 1931 στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, κόρη του Κωνσταντίνου και της Αλεξάνδρας Δουκάκη, μεταναστών από την Ελλάδα. Μεγάλωσε μιλώντας ελληνικά, τρώγοντας ελληνικά, πηγαίνοντας σε ελληνικά γλέντια, «ήμουν πάντα Ελληνίδα», έλεγε.

Σπούδασε φυσικοθεραπεύτρια στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και δούλεψε για ένα διάστημα, αλλά γρήγορα επέστρεψε στα θρανία για ένα μάστερ Καλών Τεχνών και υποκριτικής. Ηδη είχε αρχίσει να παίζει στο θέατρο, είχε και ο πατέρας της το ίδιο μεράκι, κάποια εποχή είχε φτιάξει στη Βοστόνη έναν ερασιτεχνικό θίασο.
Το θέατρο ρεπερτορίου ήταν σε όλη της τη ζωή στο κέντρο της καριέρας της, είτε έπαιζε είτε σκηνοθετούσε, αλλά και η διδασκαλία -στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Λάτρευε την αρχαία τραγωδία, έτσι ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής, μαζί με τους Σέξπιρ, Τσέχοφ, Ιψεν, Ο’ Νιλ, Μπρεχτ, Λόρκα, Πιραντέλο, Τένεσι Ουίλιαμς την έφεραν σε μεγάλα και μικρά θέατρα του Μπροντγουέι, σε θέατρα της περιφέρειας, αλλά και γέμισαν το δικό της θέατρο, αυτό που μαζί με τον ηθοποιό σύζυγό της, Λούις Ζόριχ, δημιούργησαν στο Μονκλέρ του Νιού Τζέρσι, όπου έζησαν και μεγάλωσαν τα τρία τους παιδιά.

Μετά το Οσκαρ, οι προτάσεις από το Χόλιγουντ κατέφταναν σωρηδόν, χωρίς να της αλλάξουν πάντως τη ρότα. Επαιξε σε περισσότερες από πενήντα ταινίες, με ξεχωριστές στιγμές της ανάμεσά τους τις «Ανθισμένες Μανόλιες» (1989) με τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν, το «Εργαζόμενο κορίτσι» (1988), τα δυο «Κοίτα ποιος μιλάει» στον ρόλο της μητέρας της Κίρστι Αλι και την «Ακαταμάχητη Αφροδίτη» (1995), την πιο ελληνική ταινία του Γούντι Αλεν.
