ΣΗΜΑΔΙΑΚΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ του Καταπολιανού ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, που πρωτόειδε το αττικό φως τέτοιες μέρες του 1953, παρουσιάζουμε σήμερα, καθότι συγκαταλέγεται στους κορυφαίους εκπροσώπους της γενιάς του ’70 η οποία παλιώνει σαν το καλό κρασί:
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς/ ένα τραγούδι εξαρθρωμένο δίχως φθόγγους/ ένα τραγούδι από κείνα που αγαπάς/ τα ματωμένα με αποστήματα και όγκους.// Το πρόσωπό σου το δαγκώνουνε πουλιά/ και μες στα μάτια σου τώρα κουρνιάζουν φίδια/ θα ’ρθω να πιω τ’ αρρωστημένα σου φιλιά/ να σε κεντρίσω με αποτρόπαια παιχνίδια.// (Ξέρω ένα τρένο που δεν πάει πουθενά/ ένα αυτοκίνητο που πέρα θα σε πάρει./ Μια μουσική που ανατινάζει τα βουνά·/ ξέρω το κόκκινο που θα σε φάει ψάρι).
Ημερολόγια κορονοϊού
Η ΑΡΑΧΝΗ Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα/ όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε/ από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε/ στο χλιαρό κενό τού να μη σκέφτομαι καθόμουνα/ παρατηρώντας μιαν αράχνη που αιωρείτο./ Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι/ γιατί όλο ανέβαινε το σιχαμένο ιστό της/ έμενε ακίνητη συσπώντας τις κεραίες κι έπειτα/ ακάθεκτη ορμούσε στο κενό./ Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα./ Ομως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα/ με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο/ θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις./ Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος/ που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε/ να παγιδέψει το άπιαστο./ Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε/ τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.
ΑΠΟΨΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ Aυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι, στο καβούκι τους/ –ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν–/ αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά/ –ρούφηξαν το βιτριόλι της και κάηκαν–/ αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές/ αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα/ αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι/ αυτούς που ανέκφραστοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη/ αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά/ αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι/ και το χτυπούν δαιμονισμένα/ να ξυπνήσει/ ο ένοικος.
Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς/ είσαι το βάθος, μέσα σου κρυμμένος μένω·/ η φυσαρμόνικα που φτάνει ώς εμάς/ κρατάει στο χέρι της δρεπάνι ακονισμένο.// Ολα τα πράγματα που δε θα δω γελούν σαρδόνια/ λάμπες φθορίου μού φωτίζουνε τον ύπνο·/ ο ύπνος κόλαση κι ιδρώτας στα σεντόνια/ σε τρώω με τρως με κηροπήγια στο δείπνο.// Α, πόσο οι μέρες με βαραίνουν τις βαραίνω/ με τυραννάνε τα ενθύμια κι ο θυμός·/ πόσο στυφό το σ’ αγαπώ σε στόμα ξένο/ πόσο σπασμένος των ποιημάτων μου ο ρυθμός.
Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ/ απ’ όπου πιάστηκα γκρεμίστηκα με κρότο/ απ’ την αέρινη σκεπή σου με τα όστρακα/ τη σκουριασμένη αρμαθιά των άστρων σου·/ ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου/ ογκώνεται επικίνδυνα στις κορυφογραμμές μου/ θα βγει πανσέληνος συντρίβοντάς με.
