ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΣΗΜΑΔΙΑΚΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ του Καταπολιανού ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, που πρωτόειδε το αττικό φως τέτοιες μέρες του 1953, παρουσιάζουμε σήμερα, καθότι συγκαταλέγεται στους κορυφαίους εκπροσώπους της γενιάς του ’70 η οποία παλιώνει σαν το καλό κρασί:

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς/ ένα τραγούδι εξαρθρωμένο δίχως φθόγγους/ ένα τραγούδι από κείνα που αγαπάς/ τα ματωμένα με αποστήματα και όγκους.// Το πρόσωπό σου το δαγκώνουνε πουλιά/ και μες στα μάτια σου τώρα κουρνιάζουν φίδια/ θα ’ρθω να πιω τ’ αρρωστημένα σου φιλιά/ να σε κεντρίσω με αποτρόπαια παιχνίδια.// (Ξέρω ένα τρένο που δεν πάει πουθενά/ ένα αυτοκίνητο που πέρα θα σε πάρει./ Μια μουσική που ανατινάζει τα βουνά·/ ξέρω το κόκκινο που θα σε φάει ψάρι).

Ημερολόγια κορονοϊού

Η ΑΡΑΧΝΗ Καθόμουν ώρες μες στην πλήξη μου και χάζευα/ όπως το κάνουν όλοι αυτοί που κουραστήκανε/ από τα τόσα που ελπίζουν ότι ζήσανε/ στο χλιαρό κενό τού να μη σκέφτομαι καθόμουνα/ παρατηρώντας μιαν αράχνη που αιωρείτο./ Εκείνη κάτι θα σκεφτότανε φαντάζομαι/ γιατί όλο ανέβαινε το σιχαμένο ιστό της/ έμενε ακίνητη συσπώντας τις κεραίες κι έπειτα/ ακάθεκτη ορμούσε στο κενό./ Μύγα ή ζωύφιο δεν πέρασε, όσο είδα./ Ομως η θήρα προχωρούσε δίχως θήραμα/ με τη σοφία εκείνου που γνωρίζει πως το ανύπαρκτο/ θέλει δραστήρια τέχνη να το αδράξεις./ Σοφία ωραία λιλιπούτειου τέρατος/ που σε κλωστούλα σάλιου παραμόνευε/ να παγιδέψει το άπιαστο./ Και με χαψιές μεγάλες τέλος καταβρόχθισε/ τις ώρες μου, την πλήξη, το κενό.

ΑΠΟΨΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ Aυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι, στο καβούκι τους/ –ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν–/ αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά/ –ρούφηξαν το βιτριόλι της και κάηκαν–/ αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές/ αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα/ αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι/ αυτούς που ανέκφραστοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη/ αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά/ αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι/ και το χτυπούν δαιμονισμένα/ να ξυπνήσει/ ο ένοικος.

Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς/ είσαι το βάθος, μέσα σου κρυμμένος μένω·/ η φυσαρμόνικα που φτάνει ώς εμάς/ κρατάει στο χέρι της δρεπάνι ακονισμένο.// Ολα τα πράγματα που δε θα δω γελούν σαρδόνια/ λάμπες φθορίου μού φωτίζουνε τον ύπνο·/ ο ύπνος κόλαση κι ιδρώτας στα σεντόνια/ σε τρώω με τρως με κηροπήγια στο δείπνο.// Α, πόσο οι μέρες με βαραίνουν τις βαραίνω/ με τυραννάνε τα ενθύμια κι ο θυμός·/ πόσο στυφό το σ’ αγαπώ σε στόμα ξένο/ πόσο σπασμένος των ποιημάτων μου ο ρυθμός.

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ/ απ’ όπου πιάστηκα γκρεμίστηκα με κρότο/ απ’ την αέρινη σκεπή σου με τα όστρακα/ τη σκουριασμένη αρμαθιά των άστρων σου·/ ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου/ ογκώνεται επικίνδυνα στις κορυφογραμμές μου/ θα βγει πανσέληνος συντρίβοντάς με.