Δεν είμαστε δημοσκόποι και δεν διεκδικούμε δάφνες αναλυτών της εκλογικής συμπεριφοράς των πολιτών, ούτε και μπορούμε να προβλέψουμε εκλογικά αποτελέσματα. Μας προκάλεσε, όμως, μεγάλη εντύπωση η δημοσκόπηση της έγκυρης Prorata που δημοσιεύθηκε στην «Εφ.Συν.» το Σάββατο 10 Απριλίου και αναφέρεται στην πρόθεση ψήφου (απομονώνουμε τα ποιοτικά στοιχεία της δημοσκόπησης όχι γιατί δεν απηχούν την κοινή αντίληψη, καθώς και την ανάλυση του Αγγελου Σεριάτου, υπεύθυνου ερευνών της εταιρείας, όχι γιατί διαφωνούμε). Θέλουμε απλώς, με τις καλύτερες των διαθέσεων, να θέσουμε ορισμένα ερωτήματα στα οποία δεν φαίνεται να δίδει απαντήσεις η έρευνα.
Ως γνωστόν, στις εκλογές του Ιουλίου του 2019 η Ν.Δ. έλαβε 39,85% των ψήφων (η Prorata δίδει 33%), ο ΣΥΡΙΖΑ 31,53% (24%), το ΚΙΝ.ΑΛΛ. 8,10% (6%), το ΚΚΕ 5,30% (4,5%), η Ελληνική Λύση 3,70% (3%), το ΜέΡΑ25 έλαβε 3,44% (3%) και τα λοιπά κόμματα 7,56% (η Prorata δίδει 6%). Το 20,5% της δημοσκόπησης λαμβάνουν όσοι δηλώνουν «δεν έχω αποφασίσει/άκυρο/λευκό/δεν θα ψηφίσω». Ας τους ονομάσουμε αναποφάσιστους για λόγους συντομίας.
Θεωρούμε ότι αυτό το 20,5% των αναποφάσιστων είναι τερατώδες για μια δημοσκόπηση, καθώς εάν ένα μικρό μέρος του έκλινε προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση θα ανέτρεπε τις πρωτοκαθεδρίες τού απ’ ό,τι φαίνεται εγκαθιδρυμένου δικομματικού συστήματος. Οι περισσότερες των δημοσκοπήσεων που διενεργούνται στο εξωτερικό δεν δείχνουν συνήθως αναποφάσιστους, καθώς οι φορείς που τις διενεργούν καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες να διακριβώσουν την προτίμηση των ψηφοφόρων με περισσότερες της μίας ερωτήσεις, εφόσον οι ψηφοφόροι δηλώσουν αρχικά αναποφάσιστοι.
Κατέβαλε η Prorata την προσπάθεια αυτή; Ρώτησε π.χ. τι ψήφισε ο μετέχων στη δημοσκόπηση τις τελευταίες δύο εκλογικές αναμετρήσεις; Μήπως οι ερωτήσεις δεν γίνονται διά ζώσης από εργαζόμενους στις εταιρείες δημοσκοπήσεων αλλά από μηχανήματα που καταγράφουν μόνο φωνητικά την άποψη του ψηφοφόρου και δεν μπορούν να κάνουν περαιτέρω ερωτήσεις; Μήπως οι ερωτήσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται στο συμβόλαιο που συνάπτει η εταιρεία με τον παραγγέλλοντα και υπάρχει θέμα κόστους; Γιατί, επίσης, δεν αναλύεται αυτό το θηριώδες 20,5%; Πόσοι είναι οι αναποφάσιστοι (και αριθμητικά, όχι μόνο ποσοστιαία), πόσοι αυτοί που ψηφίζουν άκυρο και λευκό κοκ.; Και ενώ τα δύο μεγαλύτερα κόμματα χάνουν περίπου 7 μονάδες το καθένα σε σχέση με τις εκλογικές τους επιδόσεις, οι «αναποφάσιστοι» χάνουν μόλις 1,56%.
Περίπου το ίδιο συμβαίνει και με τα λεγόμενα «μικρά κόμματα». Αυτά περίπου κρατούν τις εκλογικές τους επιδόσεις, δείχνοντας αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και μεγάλη «συσπείρωση» των ψηφοφόρων τους, σε αντίθεση με τις μεγάλες απώλειες που υφίστανται η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πώς εξηγείται ότι οι απώλειες εξαερώνονται και δεν εισπράττονται από τους μικρούς;
Οσον αφορά, τέλος, τα ποσοστά Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ γεννώνται επίσης ερωτήματα αν τα αποτελέσματα της έρευνας αντέχουν στην κοινή λογική και στην κοινή αντίληψη. Η κοινή λογική λέει ότι συνήθως αυτός που κυβερνά υφίσταται τη φθορά της εξουσίας, την οποία κατά ένα μέρος εισπράττει ο ανταγωνιστής του. Εδώ, όμως, συμβαίνει το παράδοξο η Ν.Δ. να υποχωρεί κατά 6,85% από την εκλογική της επίδοση (39,85% στις εκλογές και 33% στη δημοσκόπηση), ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση όχι μόνο χάνει και αυτή, αλλά χάνει… περισσότερο από τη Ν.Δ. Οι απώλειες δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ είναι 7,53 μονάδες έναντι 6,85 της Ν.Δ.
Μπορεί αυτή να είναι η εκτίμηση της κοινής γνώμης -και να αποτυπώνεται στη δημοσκόπηση- όταν σοβεί η πανδημία και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση, όταν η ύφεση ξεπερνά τις αρνητικές επιδόσεις των μνημονίων, όταν ο κόσμος φοβάται, εξοργίζεται ή στενάζει από την οικονομική ανημποριά; Και όταν ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο ασκεί -λόγω πανδημίας- έντονη αλλά και «σώφρονα» αντιπολίτευση, αλλά και συνεχώς προτείνει λύσεις για την ενίσχυση του ΕΣΥ και για την αντιμετώπιση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης;
Ελπίζουμε ότι ο «σφυγμός» του Μαΐου της Prorata θα δώσει απαντήσεις για τα πολιτικά, κοινωνικά και αριθμητικά παράδοξα.
