Εξοργίστηκε ο Δίας στο Δικταίο Αντρο από την απάνθρωπη βία των δυνάμεων καταστολής στη Νέα Σμύρνη. Ρίχνει τον πρώτο κεραυνό στον Χρυσοχοΐδη και συλλαμβάνει τον βάρβαρο υπουργό από το αυτί. Ρίχνει δεύτερο κεραυνό και αιχμαλωτίζει τα ΜΑΤ και τον αρχηγό της Αστυνομίας. Τα ρόπαλά τους θρυμματίζονται, γίνονται σκόνη. Τρίτος κεραυνός του Δία πιάνει τον Μητσοτάκη από το αυτί και τον οδηγεί έξω από τη Βουλή με τους αιχμάλωτους αστυνομικούς να απολογηθούν με τον Χρυσοχοΐδη στους πολίτες επειδή καταργούν την Ελευθερία και τη Δημοκρατία. Οι νεοφιλελεύθεροι Υβριστές, αντιπρόσωποι των στυγνών αγορών, της διαφθοράς και του αχαλίνωτου πλούτου, τρέμουν την οργή του Δία. Η μάνα Ρέα στέλνει τους Κουρήτες, αρχίζουν να απαγγέλλουν τον ύμνο των ελεύθερων πολιτών.
«Μακάριος ο μαχητής που υπερασπίζει τη φτωχή αξιοπρέπειά του. / Η αδικία αφήνει τον άδικο ανοχύρωτο./ Δεν φτιάχνονται τα τείχη με χρυσάφι – με της δικαιοσύνης την πέτρα φτιάχνονται την ταπεινή. Τυφλώνει η διαφθορά τα δύστυχα παιδιά της, και γίνεται πρόστυχη / λάμψη του πλούτου, χάλκινος / ζόφος κι ο ζόφος χάλκινο σκοτάδι κι ο χαλκός / μια σκουριασμένη άβυσσος. Κι γίνονται άνδρες τα παιδιά / κι η απληστία τους πιο βαθιά / και σκοτεινή και πνίγονται / και θέλουν να πιαστούν από πουλιά φανταστικά / και πιάνονται απ’ την πόλη / και την τραβάνε στον βυθό της απληστίας. Κι αν κάποιος / απελπιστεί πραγματικά / και ικετεύσει τους θεούς, / δεν φτάνει η ικεσία του / εκεί όπου δεν έστρεψε / το βλέμμα του ποτέ – / κι ας ήξερε πως θα ‘βρισκε/ το φως του. Η απόφαση έχει παρθεί: οι σκοτεινές ψυχές μόνο σκοτάδι / κι απελπισία και θάνατο κερδίζουν.
»Υβρις φωλιάζει στου υβριστή το αρχοντικό, γεννάει / το σκοτεινό αυγό της, κλωσσάει / ύπουλα, αργά, κρυφά, κι όταν μεστώσει το κακό / μέσα στ’ αυγό και σπάσει το τσόφλι του το ελεεινό, πετάγεται αντάξιο έκτρωμα της μητέρας της / η νέα Υβρις και κρατά / στην αγκαλιά της τα φρικτά θρασύδειλα, ανόσια, / δαιμόνια της παραφοράς και βγαίνουν να βοσκήσουν το αίμα των απογόνων. / Η Θεία Δίκη προτιμά το καλυβάκι του φτωχού. / Κάθεται πλάι στο μαγκάλι και ζεσταίνει / τα χέρια τα εργατικά του έντιμου πατέρα».
Αισχύλος, «Αγαμέμνων», μετ. Γιώργος Μπλάνας, Εκδ. Γαβριηλίδης
Οι Κουρήτες σηκώνουν τους Υβριστές της Δημοκρατίας Μητσοτάκη και Χρυσοχοΐδη και τους περιφέρουν στη Νέα Σμύρνη από σπίτι σε σπίτι, να ζητήσουν συγγνώμη, πίσω τους τα αστυνομικά ανδρείκελα.
