«Γι’ αυτό δεν είμαι ούτε Δημοκρατικός ούτε Ρεπουμπλικανός. Η μία πλευρά είναι βιτρίνα μιας λευκής, εθνικιστικής, τρομοκρατικής οργάνωσης και η άλλη δεν νιώθει πως απειλείται αρκετά από τους λευκούς εθνικιστές ώστε να ασκήσει την εξουσία της προκειμένου να κάνει βιώσιμη την πολυσυλλεκτική δημοκρατία μας».
O Aφροαμερικανός ακαδημαϊκός και συνεργάτης του δικτύου MSNBC, Τζέισον Τζόνσον, ανάρτησε το παραπάνω μήνυμα στο τουίτερ το Σάββατο, λίγο αφότου έγινε γνωστό ότι οι Δημοκρατικοί δεν θα καλούσαν μάρτυρες στη δίκη του Ντόναλντ Τραμπ η οποία έληξε με την αναμενόμενη αθώωσή του.
Μόνο 7 Ρεπουμπλικανοί της Γερουσίας, 10 λιγότεροι από όσους χρειάζονταν, διέβησαν τελικά τον Ρουβίκωνα και ψήφισαν μαζί με τους Δημοκρατικούς υπέρ της καταδίκης του Ντόναλντ Τραμπ για υποκίνηση σε βία.
Κι εκτός από την πικρία για το ούτως ή άλλως προαναγγελθέν αποτέλεσμα, δεν είναι λίγοι αυτοί που αναρωτιούνται σε τι χρησίμευε τελικά όλος αυτός ο ντόρος και γιατί οι Δημοκρατικοί, από τη στιγμή που αποφάσισαν να ξεκινήσουν την ιστορία της παραπομπής και καθαίρεσης για δεύτερη φορά, δεν την έκαναν τουλάχιστον σωστά και ολοκληρωμένα, αλλά αποφάσισαν να την τελειώσουν με fast-track διαδικασίες.
«Φαίνεται πως η διαδικασία της παραπομπής και της δίκης στη Γερουσία θα χάσει τη δύναμή της ως φόβητρο καθώς η πολιτική -και όχι η όποια έννοια δικαίου- είναι αυτή που υπαγορεύει τις αποφάσεις της. Η ισχυρή πολιτική του Τραμπ μεταξύ των Ρεπουμπλικανών υπήρξε ο ουσιαστικός αποφασιστικός παράγοντας στη δίκη και όχι τα όποια νομικά επιχειρήματα και οι αποδείξεις για τέλεση αδικήματος», σχολίαζε σε ανάλυσή της η βρετανική Guardian.
«Δεν μετανιώνουμε για τίποτα», δήλωσε ο Τζέιμς Ράσκιν, ο επικεφαλής των εννέα βουλευτών σε ρόλο εισαγγελέων στη Γερουσία. «Αυτό το θλιβερό κεφάλαιο στην ιστορία μας μας υπενθύμισε πως η δημοκρατία μας είναι εύθραυστη κι ότι θα πρέπει πάντα να την υπερασπιζόμαστε», δήλωσε ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, ίσως λίγο ανακουφισμένος που τελείωσε αυτή η ιστορία και θα μπορέσει να ασχοληθεί απερίσπαστος με τα του (λευκού) οίκου του, πρωτίστως με την έγκριση από το Κογκρέσο του πακέτου του 1,9 τρισ. για την ενίσχυση της οικονομίας λόγω κορονοϊού.
«Το ιστορικό, πατριωτικό και όμορφο κίνημά μας “Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά” μόλις τώρα ξεκινά», δήλωσε ο άρτι αθωωθείς Ντόναλντ Τραμπ σε γραπτό ανακοινωθέν.
Δικαίωση Τραμπ
Πολλά ΜΜΕ και αναλυτές επιχειρούν να χρυσώσουν το χάπι, στηριζόμενοι εν πολλοίς στη στάση του επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, ο οποίος ναι μεν ψήφισε κατά της καταδίκης του πρώην προέδρου, τον χαρακτήρισε ωστόσο «πρακτικά και ηθικά υπεύθυνο» για τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίθεση στο Καπιτώλιο, προκειμένου να πείσουν ότι ο Τραμπ μετά τη δίκη θα είναι αποδυναμωμένος και απαξιωμένος και μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Κάτι που, ωστόσο, δεν στηρίζεται σε κανένα χειροπιαστό στοιχείο.
Αντιθέτως, άρθρα σε ΜΜΕ όπως οι New York Times ή το Associated Press σχολίαζαν ότι το μέλλον του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και η επιρροή του Τραμπ σε αυτό παραμένουν δύο στοιχεία αλληλένδετα.
«Για τους πιστούς του Τραμπ, η αθώωση προσφέρει δικαίωση και μια νέα επαφή με τη φανατική βάση του πρώην προέδρου. Για τους εσωκομματικούς ανταγωνιστές του Τραμπ, αποτελεί άλλο ένα ανησυχητικό σημάδι για ότι το κόμμα παρεκκλίνει προς μία επικίνδυνη πορεία, απρόθυμο να επανασυνδεθεί με τους μετριοπαθείς, τις γυναίκες και τους ψηφοφόρους πανεπιστημιακής μόρφωσης τους οποίους απομάκρυνε ο Τραμπ», έγραφε το Associated Press, κάνοντας παράλληλα μια σημαντική επισήμανση:
Από τους εφτά γερουσιαστές που ψήφισαν να καταδικαστεί ο πρώην πρόεδρος, μόνο ο ένας, ο Μπεν Σάσι από τη Νεμπράσκα, έχει δηλώσει ότι θα ξαναβάλει υποψηφιότητα. Οι υπόλοιποι είτε έχουν ανακοινώσει πως θα αποσυρθούν είτε τηρούν διφορούμενη στάση.
Μια άλλη ανησυχητική επισήμανση έρχεται από τις δημοσκοπήσεις. Τον περασμένο μήνα, δημοσκόπηση του Gallup έδειχνε ότι το ποσοστό δημοφιλίας του Τραμπ μεταξύ των Αμερικανών που αυτοχαρακτηρίζονται ως Ρεπουμπλικανοί ανερχόταν σε ένα εντυπωσιακότατο 82%.
Παράλληλα, άλλη πρόσφατη δημοσκόπηση από το Πανεπιστήμιο Monmouth έδειχνε ότι το 72% των Ρεπουμπλικανών εξακολουθούσαν να πιστεύουν τους ισχυρισμούς του τέως προέδρου ότι η νίκη του Τζο Μπάιντεν οφείλεται αποκλειστικά σε εκτεταμένη νοθεία.
