ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θωμάς Συμεωνίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 1933 ο Τόμας Μαν είναι ο συγγραφέας αριστουργημάτων όπως το Μαγικό Βουνό και οι Μπούντενμπρουκς και έχει ήδη τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ. Την ίδια χρονιά, όμως, και ενώ ο Μαν βρίσκεται σε περιοδεία στο εξωτερικό, οι ναζί θα καταλάβουν την εξουσία και θα του αφαιρέσουν την ιδιότητα του Γερμανού πολίτη. Αυτές οι εξελίξεις θα είναι άλλη μια αφορμή για τον Μαν να στοχαστεί, μέσω της λογοτεχνίας, πάνω στον γερμανικό πολιτισμό σε μια απόπειρα κατανόησής του. Τον Νοέμβριο του 1933 θα ξεκινήσει τη συγγραφή του μυθιστορήματος Η Λόττε στη Βαϊμάρη.

Από τον τίτλο, θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος τη διακειμενική σχέση με τον Γκέτε και τα Πάθη του νεαρού Βέρθερου που γράφτηκαν το 1774. Ο Μαν αντλεί από τον Γκέτε όχι μόνο βιογραφικό και μυθοπλαστικό υλικό, αλλά και μια κατεύθυνση ως προς τα χαρακτηριστικά της γραφής του. Στο έργο του Γκέτε υπάρχει η ειρωνεία με τη μορφή ενός εσωτερικού αναστοχασμού «πάνω στις ίδιες του τις δεσμεύσεις και τις συμβατικότητες» όπως αναφέρει ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης στο απαραίτητο για την ουσιαστική κατανόηση ενός τέτοιου έργου επίμετρο. Στην προέκταση της ειρωνείας τού Γκέτε θα συναντήσουμε την παρωδία του Μαν.

Το κυρίαρχο θέμα του μυθιστορήματος είναι ο ίδιος ο Γκέτε. Ο Μαν αξιοποιεί τόσο το πραγματολογικό όσο και το μυθοπλαστικό υπόβαθρο των Παθών του νεαρού Βέρθερου. Στην αρχή του έργου, η Λόττε καταφτάνει στη Βαϊμάρη προκειμένου να επισκεφθεί την αδελφή της. Είναι εξήντα τεσσάρων ετών και χήρα πλέον. Θα καταλύσει σε ένα πανδοχείο, όπου την επισκέπτονται διάφορα άτομα, όλα πλασμένα από τον Μαν με αριστοτεχνικό τρόπο ώστε, μέσα από την ανάδειξη της ατέλειας και της στατικότητάς τους, να δημιουργηθεί η προσδοκία της έλευσης της τέλειας μορφής που, για τον Μαν, είναι ο ίδιος ο Γκέτε.

Κάθε πρόσωπο που επισκέπτεται τη Λόττε φέρει και τη δική του διακριτή σκοπιά. Η Λόττε γνωρίζει τη θέση της στα γερμανικά γράμματα, όπως επίσης και όσοι την επισκέπτονται. Οι σχέσεις που αναπτύσσονται ωστόσο είναι ελλιπείς. Ούτε η Λόττε αλλά ούτε και οι επισκέπτες της μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τη σχέση που έχει ο Γκέτε με το ίδιο του το έργο, αλλά ούτε και μπορούν να αντιληφθούν την άποψη που έχει γι’ αυτούς ο «μεγάλος δάσκαλος», παρά το γεγονός ότι αυτό είναι κάτι που τους απασχολεί πολύ.

Η άφιξη της Λόττε στη Βαϊμάρη είναι το πρόσχημα που χρησιμοποιεί ο Μαν για να προσεγγιστεί ο Γκέτε της εποχής εκείνης, αλλά κυρίως ο Γκέτε της ιστορίας, αυτή η μεγαλοφυΐα των γερμανικών γραμμάτων και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Μαν, σκηνοθετώντας συζητήσεις ανάμεσα σε γνώριμους του Γκέτε, αναπλάθει τις αγωνίες, τις ενστάσεις και την κριτική που θα μπορούσε να γίνει απέναντι στον Γκέτε και τα όσα υποστήριξε μέσα από τη ζωή και την τέχνη του. Μια κριτική αυστηρά προσδιορισμένη, η οποία προέρχεται μέσα από πρόσωπα όπως ο καμαριέρης Μάγκερ, η μις Καζλ που έχει έντονο ενδιαφέρον για τη γερμανική λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, ο δόκτωρ Ρίμερ γραμματέας του Γκέτε, η νεαρή διανοούμενη Αντέλε Σοπενχάουερ.

Η σύνθεση μυθοπλασίας και βιογραφίας καθιστά το Η Λόττε στη Βαϊμάρη μια πραγματεία περί ηθικής. Πιο συγκεκριμένα, ο Γκέτε προσεγγίζεται πλέον, μέσα από τις ηθικές ενστάσεις που εγείρουν μυθοπλαστικές εκδοχές ατόμων προερχομένων από ένα αρκετά διευρυμένο ιστορικό, διανοητικό και κοινωνικό φάσμα. Ο Γκέτε εμφανίζεται να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους γύρω του για να κάνει τέχνη. Με αυτόν τον τρόπο ο Μαν αναδεικνύει τη σύνδεση της αισθητικής του Γκέτε με την πραγματικότητα· αφήνει να ακουστούν τα παράπονα, οι δυσαρέσκειες, οι εκνευρισμοί, καθιστώντας ορατή τελικά την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη μεγαλοφυΐα που είναι ο Γκέτε και τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν. Παράλληλα, όμως, σε περιπτώσεις όπως για παράδειγμα στον διάλογο του Γκέτε με τον γραφέα Τζον, ο Μαν αφήνει να διαφανεί και η δυσκολία που υπάρχει στην επίτευξη μιας ουσιαστικής επίδρασης, όχι λόγω των απαιτήσεων που θέτει ο Γκέτε, αλλά λόγω των ανέφικτων πραγμάτων που επιδιώκουν οι άλλοι.

Ο Μαν σκηνοθετεί τη διαλεκτική αντιπαράθεση της Λόττε και στη συνέχεια του Γκέτε με τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Αυτά τα πρόσωπα παρουσιάζονται σε μια διαδικασία συνεχούς μετατόπισης μέσα από την οποία αποκαλύπτονται η ματαιότητα, οι ψευδαισθήσεις, η φιλοδοξία και κυρίως οι αντιφάσεις ανάμεσα στα λεγόμενα και τις πράξεις, ανάμεσα σε αυτό που είναι επιθυμητό ως συνέπεια και αυτό που εμφανίζεται τελικά ως πραγματική συνέπεια. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Μαν επιλέγει τον δρόμο της ειρωνείας και της παρωδίας. Γιατί πώς αλλιώς να σκηνοθετήσεις μια διαφωνία ή μια σύγκρουση όταν οι αρχικές θέσεις των άλλων αναθεωρούνται (χωρίς ωστόσο να αλλάζουν) αντιμέτωπες με τη συντριπτική παρουσία του Γκέτε;