Αντριέν Μπούλερ (Adrienne Buller)
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρά την επιλογή αρκετών πρώην στελεχών της BlackRock για πολιτικά αξιώματα με μεγάλη επιρροή, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη νέα κυβέρνηση Μπάιντεν, είναι εκπληκτικό πόσοι λίγοι άνθρωποι είναι πιθανό να γνωρίζουν ποια είναι η BlackRock ή τι κάνει. Περισσότερη έκπληξη προκαλεί η προφανής προθυμία των ρυθμιστικών αρχών και των κυβερνήσεων να δεχτούν την BlackRock ως έναν ακόμη κυβερνητικό κλάδο, είτε παραδίδοντάς της τα ηνία του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων για το Covid-19 της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ ή αναθέτοντάς της να επινοήσει τον κανονισμό βιώσιμης χρηματοδότησης για την ΕΕ.

Ως η μεγαλύτερη εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου στον κόσμο με σχεδόν 9 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ σε περιουσιακά στοιχεία υπό την εποπτεία της και με συμμετοχές σε σχεδόν κάθε κλάδο της παγκόσμιας οικονομίας, η BlackRock είναι ένας εξαιρετικά ισχυρός παγκόσμιος οργανισμός. Ωστόσο, η θέση της αυτή δεν είναι εντελώς μοναδική· η αξία των περιουσιακών στοιχείων σε αρκετές εταιρείες-κολοσσούς έχει ξεπεράσει τα πολλά τρισεκατομμύρια δολάρια τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έχοντας εκτοξευθεί από διάφορους παράγοντες, όπως την έκρηξη της παθητικής επένδυσης και τις ανοδικές τιμές των περιουσιακών στοιχείων που ακολούθησαν μια δεκαετία ποσοτικής χαλάρωσης. Αντίθετα, η BlackRock είναι απλώς η πιο εξέχουσα περίπτωση μιας πολύ ευρύτερης τάσης: της προέλασης του καπιταλισμού της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

Όπως υποστηρίζει ο ακαδημαϊκός Μπέντζαμιν Μπράουν, ο καπιταλισμός διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων είναι το αποτέλεσμα της συγκέντρωσης επί δεκαετίες της ιδιοκτησίας σε μια χούφτα κορυφαίων εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων – μια διαδικασία που έχει αναδιαμορφώσει ριζικά τις λογικές που υπαγορεύουν την εταιρική και χρηματοοικονομική συμπεριφορά.

Όπως υποστηρίζει ο Μπράουν, η ανέλιξη μιας χούφτας μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίες κυριαρχούν στο μερίδιο αγοράς του κλάδου και αποτελούν τους ισχυρότερους μετόχους των μεγάλων επιχειρήσεων της παγκόσμιας οικονομίας σε όλους τους κλάδους, έχει καταστήσει τα συμφέροντα των επιχειρήσεων επενδύσεων χαρτοφυλακίου το βασικό μέλημα της εταιρικής διακυβέρνησης. Είναι κρίσιμο ότι η επιρροή αυτή επεκτείνεται όλο και περισσότερο και στην κυβέρνηση. Ορισμένες από αυτές τις επιδράσεις είναι άμεσες και φανερές, όπως στα παραδείγματα που αναφέρονται στην αρχή αυτού του άρθρου. Αλλά πιο λεπτή και, κατά τη γνώμη μου, πιο επιδραστική, είναι η διείσδυση της λογικής των επενδύσεων χαρτοφυλακίου σε μεγάλο μέρος της ευρύτερης πολιτικής μας συμπεριφοράς απέναντι σε κοινωνικούς στόχους και προκλήσεις· με πιο σημαντική την κλιματική κρίση.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η λεγόμενη βιομηχανία επενδύσεων σε «περιβάλλον, κοινωνία και διακυβέρνηση» (ESG), όπου τα χαρτοφυλάκια δομούνται με έμφαση σε συγκεκριμένα κριτήρια, όπως το αποτύπωμα άνθρακα μιας εταιρείας, έχει καταγράψει ταμειακές εισροές ρεκόρ από πρόθυμους επενδυτές που υποτίθεται ότι αφυπνίστηκαν από την πραγματικότητα των «συστημικών κινδύνων», όπως η πανδημία ή η υπερθέρμανση του πλανήτη, για τις επενδύσεις τους.

Εν τω μεταξύ, πολιτικοί ηγέτες και θεσμικά όργανα, από την Παγκόσμια Τράπεζα μέχρι τον Βρετανό υπουργό Οικονομικών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επαναλαμβάνουν σταθερά τα συνθήματα της «βιώσιμης χρηματοδότησης» και των «πράσινων επενδύσεων», καθώς υποστηρίζουν σημαντικές μετατοπίσεις των ιδιωτικών επενδύσεων σε δήθεν «πράσινα» χαρτοφυλάκια. Η BlackRock και πολλοί ομόλογοι της έχουν επικροτηθεί για τη δέσμευσή τους να αντιμετωπίσουν τον «κλιματικό κίνδυνο» στα τεράστια χαρτοφυλάκιά τους, ενώ η δέσμευση των μετόχων – σύμφωνα με την οποία μια εταιρεία χρησιμοποιεί τη θέση της σε μια επιχείρηση για να πιέσει για αλλαγές στην επιχειρηματική στρατηγική, όπως οι στόχοι για τις εκπομπές άνθρακα – έχει ανέβει στην ατζέντα πολλών μεγάλων ιδιοκτητών περιουσιακών στοιχείων, όπως στο διοικητικό συμβούλιο του συνταξιοδοτικού ταμείου της Εκκλησίας της Αγγλίας.

Το πρόβλημα είναι ότι καμία από τις δύο στρατηγικές δεν αποδίδει. Παρά τις καλύτερες προσπάθειες ορισμένων, η πρόοδος που έχει σημειωθεί μέσω της δέσμευσης των μετόχων είναι μέτρια, ενώ οι κυρίαρχοι παίκτες παγκοσμίως – ιδίως οι  τιτάνες των παθητικών επενδύσεων των ΗΠΑ – έχουν συστηματικά αποτύχει να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη των μετόχων για να προωθήσουν την κλιματική και περιβαλλοντική ανάπτυξη. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα εσκεμμένης αμέλειας που μπορεί να διορθωθεί με μια αλλαγή διοίκησης· αντίθετα, είναι ενσωματωμένο στα κίνητρα του καπιταλισμού των επενδύσεων χαρτοφυλακίου.

Οι κυρίαρχες επενδυτικές εταιρείες στον κόσμο δεν είναι μόνο οι μεγαλύτεροι μέτοχοι σε αμέτρητες εταιρείες, γεγονός που τους δίνει τεράστια δύναμη ψήφου και επιρροή στις διαδικασίες συμμετοχής, αλλά είναι επίσης «καθολικοί ιδιοκτήτες» – που σημαίνει ότι επενδύουν σε όλη την παγκόσμια οικονομία. Ως αποτέλεσμα, οι ενέργειες των μεμονωμένων εταιρειών χαρτοφυλακίου έχουν πολύ μικρότερη σημασία από τη σταθερή ανάπτυξη του ενεργητικού τους στο σύνολό του, βάσει του μέγεθος του οποίου βασίζονται οι αμοιβές τους. Έτσι, ενώ αυτή η καθολικότητα μπορεί να τις καθιστά σε μια μοναδική θέση να διακρίνουν στους συστημικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, έρχεται σε αντίθεση με το κίνητρο να αναλάβουν συγκεκριμένη δράση για την αντιμετώπισή της.

Και ενώ η εκρηκτική ανάπτυξη των προσφορών ESG αυτών των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου μπορεί να φαίνεται ενθαρρυντική, όχι μόνο βρίθει ο κλάδος με καταγγελίες περί πράσινου ξεπλύματος και ανεπαρκών κανονισμών, αλλά ακόμη και εάν επιλυθούν αυτά τα προβλήματα, τα σε μεγάλο βαθμό παθητικά κεφάλαια που παρακολουθούν δείκτες «χαμηλότερων εκπομπών άνθρακα» θα κάνουν ελάχιστα για να προωθήσουν τη μετάβαση σε μια βιώσιμη οικονομία.

Σε σχέση με τον όγκο των συναλλαγών, πολύ λίγα παραγωγικά κεφάλαια συγκεντρώνονται από τις επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο, όπου σε μεγάλο βαθμό οι μετοχές και τα μετρητά αλλάζουν χέρια μεταξύ των επενδυτών· έτσι, ένα «πράσινο» επενδυτικό προϊόν είναι καλύτερα κατανοητό ως ένα μέσο για τους επενδυτές να στοιχηματίζουν στην πιθανότητα ενός μέλλοντος χαμηλών εκπομπών άνθρακα, παρά να το οικοδομήσουν. Αυτό αποκαλύπτει τη σήψη στον πυρήνα της «βιώσιμης επένδυσης»: δηλαδή, η προσέγγιση αυτή είναι αφιερωμένη στην ελαχιστοποίηση των κινδύνων για τους επενδυτές που δημιουργεί η κλιματική κρίση. Συγκριτικά ελάχιστη προσοχή δίνεται στην αντίστροφη σχέση. Δηλαδή, τον τεράστιο κίνδυνο που εγκυμονεί για το κλίμα και το περιβάλλον η χρηματοδότηση και η αδιάκοπη επιδίωξή της για υψηλότερες αποδόσεις, αποκομμένη από την οικολογική πραγματικότητα. Για να μην αναφέρουμε την τάση της να επιδεινώνει τις οικονομικές ανισότητες που βρίσκονται πίσω από την αλματώδη αύξηση των εκπομπών και την περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Οι τεράστιες ανισότητες στην ευημερία εντός και μεταξύ των χωρών σημαίνουν ότι οι συγκριτικά εύποροι καταναλώνουν και εκπέμπουν σε μια κλίμακα που επισκιάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού. Είναι σημαντικό ότι αυτή η μικρή ομάδα συμπίπτει επίσης σε μεγάλο βαθμό με εκείνους που πρόκειται να επωφεληθούν περισσότερο από την έκρηξη της πράσινης χρηματοδότησης. Όπως υποστηρίζει μια πρόσφατη δημοσίευση στο Nature, η μακροπρόθεσμη κλιματική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα εξαρτάται από την αντιμετώπιση αυτής της ανισορροπίας της ευημερίας.

Η προοδευτική διάχυση του συνθήματος της «βιώσιμης επένδυσης» και η ενσωμάτωση της λογικής του καπιταλισμού των επενδύσεων χαρτοφυλακίου στην πολιτική μας αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, σοβαρό λόγο ανησυχίας. Αυτό εγκυμονεί τον κίνδυνο να δημιουργηθεί η εντύπωση σημαντικών αλλαγών στην οικονομική συμπεριφορά, ενώ παράλληλα πλουτίζουν περαιτέρω οι μυημένοι επενδυτές χαρτοφυλακίων – υπονομεύοντας άμεσα τη μείωση των ακραίων ανισοτήτων που απαιτείται για την καταπολέμηση της οικολογικής κρίσης. Καθώς οι κυβερνήσεις αναπτύσσουν μια ρητορική πράσινης ανάκαμψης από την ύφεση του Covid-19, η προσέλκυση «βιώσιμης» ιδιωτικής χρηματοδότησης φαίνεται να κατέχει περίοπτη θέση στις στρατηγικές τους.

Απέναντι σε αυτή την επικρατούσα λογική, πρέπει να απαιτήσουμε μια αποφασιστική ρήξη με το οικονομικό μας κατεστημένο και να σχεδιάσουμε ένα μέλλον που δε θα είναι απλώς απαλλαγμένο από τις εκπομπές του άνθρακα, αλλά θα είναι θεμελιωδώς πιο δίκαιο.

Πηγή: forum.eu