ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Ενας από τους εκλεκτούς του Χόλιγουντ, ο Ντέιβιντ Φίντσερ, φημίζεται για το δυναμικό εικαστικό του στιλ σε θρίλερ όπως τα «Seven» (1995), «Fight club» (1999), «Δωμάτιο πανικού» (2002). Από το 2009, όταν ολοκλήρωσε την ταινία «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον», ενώ συνέχισε με τα «Τhe social network» (2010) και «Το κορίτσι με το τατουάζ» (2011), πέρασε στο κορυφαίο επίπεδο του κινηματογράφου προσδοκώντας την αντίστοιχη αναγνώριση.

Τη στιγμή αυτή μπορεί να την έχει πλησιάσει φέτος όσο ποτέ, αφού η ταινία του «Mank» –για το πώς ο σεναριογράφος του Ορσον Γουέλς, ο Χέρμαν Μάνκεβιτς, έγραψε το σενάριο του «Πολίτη Κέιν»– βρίσκεται στην πρώτη σειρά των ταινιών που διανεμήθηκαν στη χρονιά του κορονοϊού. Μάλιστα, πηγαίνει δυναμικά με έξι υποψηφιότητες (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου σε Δράμα για τον Γκάρι Ολντμαν, Β’ Γυναικείου Ρόλου στο ίδιο είδος για την Αμάντα Σέιφριντ, Μουσικής και Σεναρίου) για τις 78ες Χρυσές Σφαίρες, που θα απονεμηθούν διαδικτυακά στις 28 Φεβρουαρίου. Ο Φίντσερ είχε βραβευτεί με τη Χρυσή Σφαίρα Σκηνοθεσίας το 2011.

Ντέιβιντ Φίντσερ: «Δεν είμαι συγκινησιακός τύπος»

• Για ποιους λόγους επιλέξατε τη μαυρόασπρη φωτογράφιση της ταινίας;

Δεν ήθελα η ταινία να έχει σύγχρονο ύφος αλλά μια αίσθηση της εποχής εκείνης, να νιώσεις δίπλα στον συγγραφέα καθώς ιδρώνει ξαπλώνοντας στα σεντόνια του ενώ σημειώνει και υπαγορεύει. Να είσαι εκεί μαζί του το 1940. Εκτός από τον «Μάγο του Οζ», θυμόμαστε τον κόσμο εκείνων των χρόνων σε μαύρο και άσπρο. Αισθανόμουν πως για να μεταφέρω τον χαρακτήρα του Μανκ, θα έπρεπε να αναπλάσω το περιβάλλον του με τον τρόπο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μας.

• Η εικόνα μάς μεταφέρει στο παρελθόν όντως, αλλά το ίδιο κάνει και ο ήχος της ταινίας. Οι διάλογοι είχαν το ύφος και τον τόνο μιας ταινίας του ‘40.

Πριν από τον Μάρλον Μπράντο, οι ηθοποιοί δεν εμπλούτιζαν με τα συναισθήματά τους τον διάλογο. Τους ενδιέφερε να ξέρουν τα λόγια τους, να μη σκοντάφτουν στα έπιπλα και να κάνουν τις παύσεις εκεί που πρέπει, μία χρηστική μάλλον προσέγγιση. Οι ιδέες ήταν σημαντικές, βεβαίως, ακόμα καλύτερα αν αυτός που τις άρθρωνε ήταν ο Γκάρι Κούπερ. Πάντως, η προτεραιότητα ήταν στην ίδια την ομιλία, να ακούσει το κοινό αυτό που πρέπει να ειπωθεί για χάρη της ιστορίας. Προσπάθησα να επαναφέρω κάπως αυτό το στιλ του μινιμαλισμού στην ταινία, τιμής ένεκεν, αν και ήξερα ότι δεν επρόκειτο να το επιτύχω ακριβώς.

Ηθελα η ταινία να δίνει την ατμόσφαιρα μιας παλιάς αίθουσας κινηματογράφου, σαν αυτήν όπου είδα πολλές ταινίες όταν ήμουν μικρός… Να έχει μια τέτοια πατίνα, εικαστική αλλά και ακουστική. Ενα από τα πράγματα που κάναμε γι’ αυτόν τον σκοπό ήταν να συμπιέσουμε όλο τον ήχο του διαλόγου ώστε να μην έχει τις μεγάλες υψηλές και χαμηλές συχνότητες που έχουμε συνηθίσει να ακούμε στον μοντέρνο κινηματογράφο – ο ήχος αντίθετα θυμίζει ραδιόφωνο του ΑΜ… Μάλιστα η μίξη του ήχου έγινε μονοφωνική για τον ίδιο λόγο.

• Μιλήστε λίγο παραπάνω για το στιλ της ερμηνείας που παρατηρούμε στην ταινία.

Δεν ακολουθούσα κάποιο αυστηρό πρωτόκολλο… Στις πρόβες τούς παρακινούσα να μην εμμένουν στα συναισθήματα αλλά να ωθούν την εξέλιξη της ιστορίας… Πολλές φορές στο γύρισμα αναγκαζόμουν να λέω στους ηθοποιούς «πιο λίγο, πιο λίγο, απλά πες τα λόγια»… Υπάρχουν βέβαια και οι ηθοποιοί –ο Τζιν Χάκμαν ήταν ιδιοφυής σ’ αυτό– που ό,τι κι αν εκφέρουν ακούγεται βιωματικό. Στόχος μας ήταν η ουδέτερη εκφορά του λόγου.

• Η ταινία σας είναι περίπλοκη. Θα μπορούσατε να την είχατε αναπτύξει ως τηλεοπτική σειρά;

Αισθανόμουν πως το σενάριο είχε αρκετή συνοχή ώστε να προορίζεται για τη μεγάλη οθόνη. Το ξέρω πως είναι μεγάλης διάρκειας, 2 ώρες και 10 λεπτά. Αυτό που έμαθα από την ταινία μου «Zodiac», είναι ότι αν ο χρόνος μιας ταινίας ξεπερνάει τις 2,5 ώρες, τότε καλά θα κάνεις να τη φτιάξεις για την τηλεόραση. Αυτό το λέω γιατί νομίζω ότι μια ταινία δεν απαιτεί μόνο 15 δολάρια από τον κάθε θεατή αλλά και τον χρόνο του.

Ο θεατής σού προσφέρει τα μάτια, τα αυτιά και την προσοχή του. Γι’ αυτό και πρέπει να τον ανταμείψεις πιο πολύ από μια σειρά που μπορεί να δει ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Γιατί η τηλεόραση θα είναι εκεί στην άκρη του κρεβατιού μόνιμα. Οταν δούλευα στη σειρά «House of Cards», ήθελα τα επεισόδια να έχουν τη μορφή κεφαλαίων σε βιβλίο στο κομοδίνο σου, ώστε να μπορείς να πεις φτάνει για σήμερα, αρκετά «διάβασα».

Με μια ταινία όμως, όταν πρέπει να βρεις κάποιον να κρατήσει τα παιδιά, να βρεις να παρκάρεις και να περιμένεις στην ουρά, ελπίζεις ότι θα έχεις μια αποσταγμένη εμπειρία, χωρίς κανένα βαρετό κομμάτι. Δεν φταίει το κοινό, έτσι έχει μάθει. Από μια τηλεοπτική σειρά έχει διαφορετικές προσδοκίες.

Είναι σαν να λέει «τη θέλω αυτή την ιστορία, αυτούς τους ανθρώπους στο σπίτι μου;», ή «α, ενδιαφέρον αυτό…». Με τον χρόνο αρχίζεις και φτιάχνεις σχέσεις με τους χαρακτήρες. Αρχίζεις να νιώθεις κοντά στα πρόσωπα που σου προκαλούν συναισθήματα όπως στην αληθινή ζωή… Στις μεγάλου μήκους ταινίες μάς μαθαίνουν να βγαίνουμε από μια σκηνή το γρηγορότερο δυνατό, ενώ στην τηλεόραση μπορείς να χρονοτριβήσεις. Πρόκειται για δύο διαφορετικά ήδη άσκησης.

• Το σενάριο το έγραψε ο πατέρας σας, Τζακ Φίντσερ. Ηταν συγκινητικό για σας το γεγονός ότι σκηνοθετήσατε τον λόγο του;

Δεν είμαι πολύ συγκινησιακός τύπος. Εξάλλου δεν του ζήτησα εγώ να γράψει το σενάριο, απλά του έδωσα την ιδέα. Οταν μου έδωσε την πρώτη εκδοχή του σεναρίου, αισθάνθηκα ότι δεν δούλευε. Εκανε και μια δεύτερη, καλύτερη εκδοχή, ενώ μαζί το ολοκληρώσαμε γύρω στο 1995. Προσπαθήσαμε τότε να υλοποιήσουμε την ταινία. Δεν τα καταφέραμε όμως και την παρατήσαμε.

Ο Τζακ ήταν ιδιαίτερα πραγματιστής, ευφυής και εργατικός, αλλά δεν ήταν πολύ συναισθηματικός, δεν είχε υψηλές προσδοκίες πως θα γίνει η ταινία. Αλλά ούτε εγώ πίστευα πως ήταν η αποστολή της ζωής μου να μεταφέρω το σενάριο στην οθόνη. Πάντα εκτιμούσα τα λόγια του πατέρα μου, από μικρό μού είχε εμφυσήσει σεβασμό για τον γραπτό λόγο και γι’ αυτούς που γράφουν καλά.

Κοιτάξτε, τον αγαπούσα τον πατέρα μου και χάρη σ’ αυτόν κληρονόμησα την αγάπη μου για τον «Πολίτη Κέιν» και όλα τα μεγάλα ταλέντα που κρύβονται πίσω από αυτήν την παραγωγή. Αυτό μου έφτανε για να με κινητοποιήσει. Οταν μετά από πολλά χρόνια κατέθεσα το σενάριο στο Νetflix, μου είπαν «μας αρέσει, θέλουμε να το κάνουμε». Τους είπα «ναι, αλλά είναι μονοφωνικό και μαυρόασπρο». «Εχεις δει το “Roma”;» με ρώτησαν. Κάπως έτσι έγινε.

Γκάρι Ολντμαν: «Είμαι 24 χρόνια νηφάλιος»

Με έξι υποψηφιότητες για τα σπουδαία κινηματογραφικά βραβεία, ο διάσημος σκηνοθέτης Ντέιβιντ Φίντσερ και ο εκπληκτικός πρωταγωνιστής του, Γκάρι Ολντμαν, μιλούν στην «Εφ.Συν.» για την ασπρόμαυρη ταινία που μας μεταφέρει στην εποχή που ο αλκοολικός σεναριογράφος Χέρμαν Μάνκεβιτς μεγαλούργησε με τον «Πολίτη Κέιν»

Από τα νιάτα του μέχρι τώρα, 63 χρόνων, ο Γκάρι Ολντμαν γοητεύει το διεθνές κοινό με ρόλους απαιτητικούς και συχνά ακραίους, αποκαλύπτοντας επανειλημμένα το σφοδρό και ατίθασο ταλέντο του. Σαν τον Σιντ Βίσιους των Sex Pistols στο «Sid and Nancy» (1986), τον δολοφόνο του προέδρου Κένεντι, Χάρβεϊ Οσβαλντ, στην ταινία του Ολιβερ Στόουν «JFK» (1991), τον Ουίνστον Τσόρτσιλ στο «Η πιο σκοτεινή ώρα» (κέρδισε Χρυσή Σφαίρα και το Οσκαρ καλύτερου α’ ανδρικού ρόλου) ή δίπλα στον Αντονι Χόπκινς στο φοβερό θρίλερ «Hannibal» (2001), αλλά και σε υπερπαραγωγές σαν του Χάρι Πότερ και του Μπάτμαν – ο Αγγλος ηθοποιός δεν δίστασε να υποδυθεί εγκληματίες και κατατρεγμένους, ελκυστικούς ή απωθητικούς αλλά πάντα συναρπαστικούς χαρακτήρες.

Στην ταινία του Φίντσερ «Μank» υποδύεται ένα αληθινό πρόσωπο, τον κυνικό Χολιγουντιανό σεναριογράφο Χέρμαν Μάνκεβιτς, ο οποίος έγραψε το σενάριο του «Πολίτη Κέιν» παλεύοντας ταυτόχρονα με τον αλκοολισμό. Ο Ολντμαν διεκδικεί τη δεύτερη Χρυσή Σφαίρα του και το δεύτερο Οσκαρ.

• Παίζετε έναν διάσημο σεναριογράφο της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, που όμως αντιστέκεται στη δουλειά που του έχει ανατεθεί, σαν να ζητά κάτι άλλο. Πώς το εξηγείτε;

Νομίζω πως ο Μάνκεβιτς ήθελε να γράψει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα ή θεατρικό έργο. Γι’ αυτόν μόνο έτσι μπορούσε ένας συγγραφέας να μεγαλουργήσει. Ηταν εξάλλου δημοσιογράφος, πνευματώδης κι ετοιμόλογος. Νομίζω ότι δεν το κατάφερε για πολλούς λόγους.

Ενας από αυτούς ήταν ο αλκοολισμός του ο οποίος όλο και χειροτέρευε. Αλλά και γιατί η ζωή στο Χόλιγουντ ήταν πολύ ελκυστική γι’ αυτόν όπως και για πολλούς άλλους… Εγραψε μάλιστα ένα τηλεγράφημα σε όλους τους φίλους του λέγοντάς τους «γιατί δεν έρχεστε εδώ, θα γίνετε εκατομμυριούχοι και ο μόνος ανταγωνισμός σας θα είναι με ηλίθιους»… Ενας άλλος παράγοντας είχε να κάνει με τον κριτικό νου του, που τελικά διέλυσε τη δημιουργικότητά του. Μετά από χρόνια στο Χόλιγουντ, αντιπαθούσε πολύ κόσμο, αντιπαθούσε τη βιομηχανία, ένιωθε ότι η συγγραφή σεναρίου ήταν υποδεέστερη… Καλά τα χρήματα αλλά το τίμημα μεγάλο.

• Δυσκολευτήκατε να παίζετε τον μεθυσμένο από λήψη σε λήψη;

Δεν είναι πια μυστικό ότι έχω προσωπικό βίωμα με τον αλκοολισμό και ότι είμαι 24 χρόνια νηφάλιος. Θυμάμαι πώς ήταν. Δεν μου ήταν δύσκολο λοιπόν να «επενδύσω» αυτή τη μνήμη στον ρόλο μου. Εξάλλου το σενάριο είχε λεπτομερείς περιγραφές για τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή.

• Εσείς πώς νικήσατε τον αλκοολισμό;

Σταμάτησα να πίνω για να ζήσω. Ο,τι χαίρομαι τα τελευταία 20 χρόνια έχει απευθείας σχέση με την απόφασή μου αυτή. Πρόκειται για την πιο γενναία και πιο σπουδαία πράξη της ζωής μου – το να βάλω το ποτό στην άκρη.

• Μιλήστε μας για τη διαδικασία ανάπτυξης ενός ρόλου.

Για να ανακαλύψεις έναν χαρακτήρα πρέπει πάνω απ’ όλα να έχεις ένα καλό σενάριο. Γιατί το σενάριο είναι ο χάρτης σου, το GPS των συναισθημάτων σου. Ενα παλιό γνωμικό λέει «αν δεν υπάρχει στο χαρτί, δεν υπάρχει στη σκηνή». Ενας καλός συγγραφέας, λοιπόν, σε βοηθάει να βρεις τον χαρακτήρα σου. Ωστε αν είναι κρυμμένος, δεν έχεις παρά να ακολουθείς τα σημάδια…

Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει πεπατημένη οδός, η κάθε δουλειά θέτει τα δικά της ερωτήματα και εμπόδια τα οποία πρέπει να υπερπηδήσεις. Νομίζω ότι ήξερα τον κόσμο που ο Ντέιβιντ ήθελε να φτιάξουμε, έναν κόσμο που για τον ηθοποιό δεν διαρκεί μόνο τις 60 ημέρες του γυρίσματος αλλά και στις πρόβες και στην προετοιμασία όταν είσαι μόνος σου… Οταν δουλεύεις με ένα σενάριο τόσο καλό όσο του «Μank», σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη και το πολυτάλαντο καστ, μια πραγματικά πολύ συμπαθητική παρέα, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να ξεπεράσει μια τέτοια εμπειρία… Μόνο ίσως αν με έστελνε σε ταξίδι με διαστημόπλοιο ο Ιλον Μασκ (γέλια).

• Ηταν απελευθερωτικό το γεγονός ότι αυτή η ταινία δεν απαιτούσε ιδιαίτερο μακιγιάζ όπως άλλοι ρόλοι σας; Οτι μπορούσατε να κινείστε ελεύθερα;

Η αλήθεια είναι ότι μου αρέσει να κινούμαι και μου αρκεί να περνάω μια χτένα στα μαλλιά και να ρίχνω πάνω μου μια μπλούζα. Οι ρόλοι της καριέρας μου με βρήκαν, δεν τους κυνήγησα εγώ. Δεν ξύπνησα μια μέρα λέγοντας «πρέπει οπωσδήποτε να παίξω τον Κόμη Δράκουλα»! Απλά βρέθηκαν στο γραφείο μου και μου προξένησαν το ενδιαφέρον. Από εκεί και πέρα κατέληξα να φοράω ψεύτικες μύτες και περούκες… κάτι σαν περίπλοκες Απόκριες. Το διασκεδάζω όμως να κρύβομαι πίσω από τις μεταμφιέσεις…

Για τον ρόλο του Μανκ ο Ντέιβιντ μου το ξεκαθάρισε: «Θέλω να είσαι όσο πιο γυμνός γίνεται. Δεν θέλω φίλτρα ανάμεσα στο κοινό και σένα, οπότε δεν βάζουμε ψεύτικες μύτες ούτε περούκες». Του είπα μπορώ όμως να παχύνω λίγο και συμφώνησε. Στην αρχή απόρησα που δεν καταβάλαμε καμία προσπάθεια ώστε να μοιάσω εμφανισιακά με τον Μάνκεβιτς, αργότερα όμως αποφάσισα να εμπιστευτώ τον σκηνοθέτη και ένιωσα όντως ελεύθερος.

• Η ταινία μιλάει για μια εποχή που οι νέες γενιές δεν γνωρίζουν. Πιστεύετε όμως πως θα έχει απήχηση και στους νέους;

Το Χόλιγουντ εκπέμπει ακόμα αίγλη. Ο κόσμος τρελαίνεται για τη διασημότητα, και ίσως τώρα με τα κοινωνικά δίκτυα ακόμα πιο πολύ, αλλά δεν χρειάζεται να ξέρεις τα πρόσωπα για να εκτιμήσεις μια ταινία. Ελπίζω ότι το «Mank» δεν θα εκτιμηθεί μόνο από τους κινηματογραφόφιλους ή τους ειδικούς του «Πολίτη Κέιν».