«Η περίοδος εργασιακής ετοιμότητας υπό καθεστώς επιφυλακής αποτελεί εξ ολοκλήρου χρόνο εργασίας μόνον εφόσον οι περιορισμοί που επιβάλλονται στον εργαζόμενο επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητά του να διαχειρίζεται τον ελεύθερο χρόνο του κατά την περίοδο αυτή», έκρινε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εξετάζοντας δύο διαφορετικές υποθέσεις που του παρέπεμψαν το Vrhovno sodišče (Ανώτατο Δικαστήριο, Σλοβενία) και το Verwaltungsgericht Darmstadt (διοικητικό πρωτοδικείο Darmstadt, Γερμανία).
Το ΔΕΕ κρίνει ότι στον προσδιορισμό του χρόνου αυτού «δεν λαμβάνονται υπόψη οι οργανωτικές δυσχέρειες τις οποίες ενδεχομένως συνεπάγεται για τον εργαζόμενο η περίοδος εργασιακής ετοιμότητας, όταν οι δυσχέρειες αυτές αποτελούν συνέπεια των στοιχείων της φύσεως ή ελεύθερων επιλογών του ενδιαφερομένου».
Αναλυτικά, το ΔΕΕ υπενθυμίζει ότι «ο χρόνος εργασιακής ετοιμότητας ενός εργαζομένου πρέπει να χαρακτηρίζεται είτε ως “χρόνος εργασίας” είτε ως “περίοδος ανάπαυσης” κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88 και ότι οι δύο αυτές έννοιες αποκλείουν η μία την άλλη».
Επιπλέον, υπενθυμίζει ότι «η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος δεν ασκεί πραγματικά καμία δραστηριότητα για λογαριασμό του εργοδότη του δεν συνιστά κατ’ ανάγκη περίοδο ανάπαυσης».
Από τη νομολογία του ΔΕΕ προκύπτει ότι μια «περίοδος εργασιακής ετοιμότητας πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως “χρόνος εργασίας” σε περίπτωση που ο εργαζόμενος υποχρεούται, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, να βρίσκεται στον τόπο εργασίας του, ο οποίος δεν συμπίπτει με τον τόπο κατοικίας του, και να παραμένει εκεί στη διάθεση του εργοδότη του».
Το ΔΕΕ κρίνει ότι «οι περίοδοι εργασιακής ετοιμότητας, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων υπό καθεστώς επιφυλακής, επίσης καλύπτονται στο σύνολό τους από την έννοια του “χρόνου εργασίας”, εφόσον οι περιορισμοί που επιβάλλονται στον εργαζόμενο κατά τις περιόδους αυτές επηρεάζουν αντικειμενικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητά του να διαχειρίζεται ελεύθερα τον χρόνο κατά τον οποίον δεν καλείται να παράσχει επαγγελματικές υπηρεσίες και τη δυνατότητά του να ασχοληθεί με τα ενδιαφέροντά του».
«Τέτοια δυσχέρεια αποτελεί, παραδείγματος χάριν, η περιορισμένη δυνατότητα αναψυχής στον τόπο από τον οποίον ο εργαζόμενος δεν μπορεί στην πράξη να απομακρυνθεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εργασιακής ετοιμότητας υπό καθεστώς επιφυλακής», κρίνει το ΔΕΕ.
Δεύτερον, το ΔΕΕ υπογραμμίζει ότι «ο τρόπος αμοιβής των εργαζομένων για τις περιόδους εργασιακής ετοιμότητας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/88».
Κατά το ΔΕΕ «η οδηγία αυτή δεν είναι αντίθετη σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, συλλογική σύμβαση εργασίας ή εργοδοτική απόφαση η οποία, όσον αφορά την αμοιβή για τις περιόδους αυτές, λαμβάνει υπόψη με διαφορετικό τρόπο τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων παρέχεται πράγματι εργασία και εκείνες κατά τη διάρκεια των οποίων δεν παρέχεται καμία πραγματική εργασία, ακόμη και όταν οι περίοδοι αυτές πρέπει να θεωρηθούν, στο σύνολό τους, ως χρόνος εργασίας».
Όσον αφορά την αμοιβή για τις περιόδους εργασιακής ετοιμότητας οι οποίες, αντιθέτως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «χρόνος εργασίας», η οδηγία 2003/88 δεν αντιτίθεται επίσης στην καταβολή στον εργαζόμενο ορισμένου ποσού που προορίζεται να αντισταθμίσει τις δυσχέρειες που του προκαλούν οι εν λόγω περίοδοι εργασιακής ετοιμότητας.
Τέλος το ΔΕΕ επισημαίνει ότι το γεγονός ότι μια περίοδος εργασιακής ετοιμότητας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «χρόνος εργασίας» χαρακτηρίζεται ως «περίοδος ανάπαυσης», δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά τις ειδικές υποχρεώσεις που επιβάλλει στους εργοδότες η οδηγία 89/391.
Ειδικότερα, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των περιόδων αυτών ως «περιόδων ανάπαυσης» κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88, οι εργοδότες δεν επιτρέπεται να ορίζουν περιόδους εργασιακής ετοιμότητας οι οποίες, λόγω της χρονικής διάρκειάς τους ή της συχνότητάς τους, συνιστούν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων.
