ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦ ΣΥΝ.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» (Ικαρος, 1971) επιλέγω «πέντε μικρές θάλασσες που περιχύνονται σ’ ένα μόνο διαμάντι», αποτίοντας τιμή στον Οδυσσέα Ελύτη που αναχώρησε για τα επουράνια πελάγη τέτοιες μέρες του 1996:

ΔΗΛΟΣ Οπως βουτώντας άνοιγε τα μάτια κάτω απ’ το νερό να φέρει σ’ επαφή το δέρμα του μ’ εκείνο το λευκό της μνήμης που τον κυνηγούσε (από κάποιο χωρίο του Πλάτωνα)// Ολοΐσια μέσα στην καρδιά του ήλιου με την ίδια κίνηση περνούσε κι άκουγε να ορθώνει πέτρινο λαιμό και να βρυχιέται ο αθώος του εαυτός ψηλά πάνω απ’ τα κύματα// Κι όσο να βγει στην επιφάνεια πάλι του άφηνε καιρό η δροσιά να σύρει κάτι από τα σωθικά του ανίατο στα φύκια και τις άλλες ομορφιές απ’ τα ύφαλα// Ετσι που να μπορέσει τέλος να γυαλίσει μέσα στο αγαπώ καθώς που γυάλιζε το φως το θεϊκό μέσα στο κλάμα του νεογέννητου// Και αυτό θρυλούσε η θάλασσα.

ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ Εφερνα γύρους μέσ’ στον ουρανό και φώναζα/ Με κίνδυνο ν’ αγγίξω μια ευτυχία/ Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά/ Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα/ Εκανε πως δεν έβλεπε/ Και το πουλί του κοριτσιού πήρ’ ένα ψίχουλο θαλάσσης και αναλήφτη.

ΔΙΕΞ ΤΟ ΜΥΡΤΟΝ Ετσι για κάτι ελάχιστο που μήτε το έλαβα ποτέ/ Μια λάμψη έστω/ Κυριολεχτικά πουλήθηκα// «Διέξ το μύρτον» που θα ’λεγε κι ο Αρχίλοχος// Μυστικά τα κλοπιμαία του χρόνου/ Να περάσω πάσχισα/ Στις διχάλες ενός κοριτσιού το ακήρυχτο ακόμη καλοκαίρι// Το μύδι ενός φιλιού στα χείλη του Ιουλίου// Εορτάζοντας μιας ναυμαχίας/ Την επέτειο στον πρωραίο ιστό/ Τα κόκκινα του μαύρου με τον γαλάζιο ατμό// Για να ’ναι η στιγμή όπου ο Θεός μού απίστησε// Ο ήλιος όπου εκτίω ειρκτή μεσοούρανα/ Συρμένες έξω/ Οι βάρκες των σπιτιών// Και πέρα να διαβαίνει το κανηφόρο πέλαγος.

ΧΩΡΙΣ ΓΙΑΣΜΑΚΙ Ποιος νικούσε στο πρόσωπο που για να δεις μισόκλεινες τα μάτια/ Τέτοιο ανέβα θεϊκό από μίλλια κοράλλια/ Στα τρεμάμενα τα σκουλαρίκια κομματάκια θάλασσας/ Η Κιλικία η μακρινή μελαχρινή χωρίς γιασμάκι// Και το χρυσαφένιο φτυάρι που άδειαζε μέσ’ στους ουρανούς την άμμο/ Μια Δευτέρα πρωινή και χτύπησε τ’ όστρακο/ Είδαμε να τινάζονται βέργες ήλιου και η Πεντάτευχος/ Επάνω στα νερά μα ο έρωτας φάνηκε στα γείσα// Είναι αυτός που νικούσε και σε μάγουλο εννύχευε την ώρα που/ Από τ’ αρτεσιανά των υακίνθων μόσχος/ Ολονύχτιος έφτανε και τη φρέσκια ζέστη με κουβάδες/ Περιχυόταν η θάλασσα γυμνή σαν ένα μόνο διαμάντι.

Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ Εχοντας ερωτευθεί και κατοικήσει αιώνες μέσ’ στη θάλασσα έμαθα γραφή και ανάγνωση// Ωστε τώρα να μπορώ σε μεγάλο βάθος πίσω τις γενιές απανωτές όπως αρχίζει ένα βουνό προτού τελειώσει το άλλο// Να κοιτάζω Και μπροστά πάλι το ίδιο:// Το βαθύ σκούρο μπουκάλι και η νέα στο μπράτσο Ελένη με το πλάι επάνω στον ασβέστη// Να γεμίζει κρασί της Παναγίας το μισό το σώμα της φευγάτο κιόλας στην Ασία την αντικρινή// Και το κέντημα όλο μετατοπισμένο μέσ’ στον ουρανό με τα διχαλωτά πουλιά τα κιτρινάκια και τους ήλιους.