ΑΦΟΤΟΥ ΑΠΗΓΓΕΙΛΑ τους παρακάτω στίχους στις σχολικές επιδείξεις της Α’ Δημοτικού, η μοίρα μου δέθηκε κόμπους με τα προϊόντα της αμπέλου και τα αποστάγματα και μέσω αοράτων νημάτων με την ποίηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Η δασκάλα μας, η κυρία Μαρία, διέθετε ανυπερθέτως υποβόσκον τάλαντο σκηνογράφου. Τρακαρισμένα πρωτάκια εγώ κι η Ρούλα, στριφογυρνούσαμε γύρω από ένα κρεμαστό τσαμπί –τύφλα να ’χουν οι κήποι της Βαβυλώνας– κι ανεβοκατεβάζοντας τα χέρια σαν φτερά κελαηδούσαμε εναλλάξ κουνώντας αδέξια τα ζωγραφιστά μας ράμφη:
ΤΣΙΡΙΤΡΟ Σε μια ρώγα από σταφύλι/ έπεσαν οχτώ σπουργίτες/ και τρωγόπιναν οι φίλοι./ Τσίρι τίρι, τσιριτρό,/ τσιριτρί τσιριτρό!// Εχτυπούσανε τις μύτες/ και κουνούσαν τις ουρές/ κι είχαν γέλια και χαρές./ Τσίρι τίρι, τσιριτρό,/ τσιριτρί τσιριτρό!/ Πώπω, πώπω, σε μία ρώγα/ φαγοπότι και φωνή!/ την αφήκαν αδειανή./ Τσίρι τίρι, τσιριτρό,/ τσιριτρί τσιριτρό!// Και μεθύσαν κι όλη μέρα/ πάνε δώθε, πάνε πέρα,/ τραγουδώντας στον αέρα:/ Τσίρι τίρι, τσιριτρό,/ τσιριτρί τσιριτρό!
ΕΧΕΙ ΤΑΥΤΙΣΤΕΙ όσο κανείς με τα νοσταλγικά παιδικά μας αναγνωστικά ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που γεννήθηκε και πέθανε τέτοιες μέρες το 1877 και το 1940 αντιστοίχως. Πρωταντικρίζει το φως στο Καρπενήσι και μεγαλώνει στη Γρανίτσα, όπου ο πατέρας του Λάμπρος υπηρετεί δάσκαλος. Εγκαταλείπει την Ιατρική για να σπουδάσει καλές τέχνες και στο τέλος τον κερδίζουν τα γράμματα. Συνεργάζεται από το 1893 με την «Ακρόπολη» και χρηματίζει αρχισυντάκτης στο «Σκριπ».
ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ θεωρεί την Αθήνα και την Πόλη του Φωτός, απ’ όπου στέλνει τα περίφημα «Παρισινά γράμματα» στο «Εμπρός». Διορίζεται νομάρχης του Βενιζέλου και αργότερα διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης. Εκλέγεται ακαδημαϊκός και εκφωνεί τον εναρκτήριο λόγο του σε άπταιστη δημοτική για πρώτη φορά στα χρονικά του συντηρητικού πνευματικού μας ιδρύματος, πράξη άκρως επαναστατική για την εποχή. Ιδού δείγμα στίχων του:
ΡΟΥΜΕΛΗ Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν’ αγνάντευα το λαχταρώ…/ Ψηλά που με νανούριζες καημένο Καρπενήσι!/ Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό,/ Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.// Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς/ κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,/ νερά βροντούνε στον γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς/ ίσια κι ορθά σαν την ψυχή της Ρούμελης τα ελάτια.// Κάμπε αττικέ, με πλάνεψες κι εγώ για τις κορφές πονώ/ και για τραχιές ανηφοριές σηκώνω το κεφάλι…/ Φυλακωμένη πέρδικα που κλαίει γι’ αλαργινό βουνό/ δένει η ψυχή μου στο κλουβί τα νύχια της κοράλλι.
Ο ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΣ Μόλις τ’ αυγά της ζέστανε η κλώσσα/ και τα μικρά ετοιμάστηκε να βγάλει,/ ένα πουλάκι εσήκωσε κεφάλι/ μες στο τσόφλι μιλώντας τέτοια γλώσσα:/ «Ως πότε εδώ θα μ’ έχουνε κλεισμένο;/ Καθόλου δεν μπορώ να περιμένω!/ Πώς; Ετσι τον καιρό μου εδώ θα χάνω;/ Εγώ έχω κατορθώματα να κάνω!/ Κόκορας βέβαια θα ’μαι δίχως άλλο,/ λοφίο ψηλό, χρυσά φτερά θα βγάλω./ Τη μέρα και τη νύχτα θα στολίσω,/ θα φέρνω την αυγή, μόλις λαλήσω/ στο φράχτη, στην αυλή, σε κάθε μέρος,/ στρατεύματα τις κότες θα οδηγώ»./ Και του ’πε τότε ο κόκορας ο γέρος:/ «Στάσου να βγεις παιδάκι μου/ απ’ το αυγό!».
