Σε απευθείας μετάδοση παρακολουθήσαμε χιλιάδες ανθρώπους να πολιορκούν το Καπιτώλιο και κάποιους να εισβάλλουν σ’ αυτό. Στη συνέχεια βλέπουμε ένα σόου με πρωταγωνιστές τους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος, ανήξερους και ανεύθυνους, να υποδύονται τον Πόντιο Πιλάτο προσπαθώντας να φορτώσουν ευθύνες στις πιο πρόσφορες, αλλά εξίσου υπεύθυνες… πλάτες.
Αυτό που έγινε πριν από μερικές μέρες στην Ουάσινγκτον δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά η αρχή της κατάληξης ενός παιχνιδιού, που ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’70 και ονομάζεται «Ο νικητής τα παίρνει όλα».
Είναι η εικόνα μιας μη υγιούς κοινωνίας για την οποία υπεύθυνοι είναι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, που με τις πολιτικές τους μετέτρεψαν για δεκάδες εκατομμύρια το αμερικάνικο «όνειρο» σε καθημερινό εφιάλτη. Μεταξύ 1979 και 2006 το πλουσιότερο 1% σχεδόν τριπλασίασε το μερίδιό του στο εθνικό εισόδημα μέχρι το 23%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1928. Η γραφική παράσταση που παρουσιάζει το μερίδιο αυτού του 1% στην πορεία του χρόνου, το εμφανίζει σχεδόν επίπεδο επί Κένεντι, Τζόνσον, Νίξον, Φορντ και Κάρτερ, ενώ επί Ρίγκαν, Μπους πατρός, Κλίντον και Μπους υιού το μερίδιο αυτό εμφανίζει αλλεπάλληλες αιχμές.
Σήμερα το επίπεδο της οικονομικής ανισότητας στις ΗΠΑ μπορεί να συγκριθεί μόνο με την περίοδο της Μεγάλης Υφεσης και κυμαίνεται στα υψηλότερα επίπεδα από οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη χώρα. Επακόλουθα αυτής της ανισότητας είναι η πολιτική πόλωση, η καχυποψία και ο διχασμός, που τελικά οδήγησαν σε ένα στρεβλό δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, στο οποίο η δύναμη του χρήματος προσδίδει αυξανόμενη πολιτική επιρροή και εξουσία.
Την ευθύνη του πολιτικού συστήματος έχουν αναδείξει οι πολιτικοί επιστήμονες Jacob Hacker και Paul Pierson, οι οποίοι θεωρούν πως η γιγάντωση της ανισότητας δεν οφείλεται τόσο στην επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς όσο στις πολιτικές ελίτ, που από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 με μια σειρά σημαντικών αλλαγών μετατόπισαν την πλάστιγγα προς το συμφέρον των ισχυρών.
Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει επανειλημμένα προωθήσει φορολογικές μειώσεις στα υψηλά εισοδήματα, με απροσδόκητα οφέλη για τους πιο εύπορους. Το μερίδιο του εισοδήματος των εργαζομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες -ουσιαστικά, το ποσοστό του συνολικού εισοδήματος που καταλήγει να πηγαίνει στους εργαζόμενους- μειώθηκε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι εργαζόμενοι των ΗΠΑ έχασαν βασικές προστασίες. Για παράδειγμα, οι συλλογικές συμβάσεις καλύπτουν λιγότερο από το 12% των εργαζομένων (και μόνο το 7% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα), σε σύγκριση με το 98% στη Γαλλία, το 80% στην Ιταλία και το 56% στη Γερμανία.
Σήμερα σχεδόν το ένα πέμπτο του συνόλου των εργαζομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι άτυποι εργαζόμενοι και ιδιαίτερα ευάλωτοι. Η μετάβαση προς μια ευρύτερη άτυπη οικονομία ξεκίνησε υπό τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν. Οι κανονισμοί για τους εργοδότες χαλάρωσαν μετά το 1980, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να ξεφορτώσουν σταδιακά τα ρίσκα τους στους υπεργολάβους, τους ημερομίσθιους εργάτες και άλλους «ευέλικτους» εργαζόμενους.
Μεταξύ του 2005 και του 2015, το ποσοστό των εργαζομένων στις ΗΠΑ των οποίων οι κύριες θέσεις εργασίας ήταν άτυπες αυξήθηκε από 10% σε 16%. Το 2018 η ΔΟΕ (Διεθνής Οργάνωση Εργασίας) υπολόγισε ότι η άτυπη απασχόληση αντιπροσώπευε 30 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες (19% του συνολικού εργατικού δυναμικού, οι περισσότεροι από τους οποίους έγχρωμοι, μετανάστες και γυναίκες).
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν «κακές θέσεις εργασίας» πολύ γρηγορότερα από τις «καλές δουλειές». Οι ερευνητές του «Brookings Institution» υπολογίζουν ότι 53 εκατομμύρια εργαζόμενοι (44% του εργατικού δυναμικού) δουλεύουν με χαμηλούς μισθούς, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς δεν έχουν νομική και κοινωνική προστασία.
Ο «μεγάλος ισοπεδωτής», όπως ορισμένοι ονόμασαν την πανδημία, ο Covid-19, χτύπησε την οικονομία των ΗΠΑ με τρόπο που επιδείνωσε τις ανισότητες στο εισόδημα, τον πλούτο και τις ευκαιρίες. Σύμφωνα με έρευνα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, το 39% των εργαζομένων σε νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα κάτω των 40.000 δολαρίων απολύθηκε ή τέθηκε σε διαθεσιμότητα.
Οι γυναίκες έχουν πληγεί ιδιαίτερα σκληρά, όπως και οι μειονότητες: από τις 20,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας που εξαφανίστηκαν τον Απρίλιο, το 55% αφορούσε τις γυναίκες, αυξάνοντας το ποσοστό ανεργίας για τις γυναίκες στο 15% και το ποσοστό για τις Αφροαμερικανίδες και τις ισπανόφωνες στο 16,4% και 20,2%, αντίστοιχα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πανδημία υπήρξε άνιση στις πιθανότητες για την ανεργία.
Η ανισότητα εκδηλώνεται και αυτοαναπαράγεται σε όλο το φάσμα της κοινωνικής δραστηριότητας. Για παράδειγμα τα διαζύγια. Στη δεκαετία του 1960 η νομοθεσία για τα διαζύγια έγινε πιο ελαστική. Τότε σημειώθηκε αύξηση των διαζυγίων σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Αλλά από τη δεκαετία του 1980 διαμορφώθηκε ένα νέο πρότυπο: τα διαζύγια μειώθηκαν στα κοινωνικά στρώματα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ αντιθέτως στα στρώματα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο συνέχισαν να αυξάνουν.
Επιπλέον, οι πιο μορφωμένοι και πιο εύποροι εμφάνιζαν περισσότερες πιθανότητες να παντρευτούν, σε σύγκριση με τους λιγότερο μορφωμένους. Δεδομένου του ρόλου της οικογένειας ως μήτρας ανθρώπινου κεφαλαίου, τέτοιου είδους τάσεις έχουν σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τη δημιουργία ανισοτήτων. Μια πληθώρα ερευνών αποδεικνύει ότι τα παιδιά που ανατράφηκαν σε οικογένεια και με τους δυο γονείς, είναι πολύ πιθανότερο να αποκτήσουν τις προϋποθέσεις για μια επιτυχημένη ζωή, ενώ τα παιδιά (κυρίως τα αγόρια) που μεγαλώνουν σε μονογονεϊκές οικογένειες, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη των οικονομολόγων Πέντρο Καρνέιρο και Τζέιμς Χέκμαν, «οι διαφορές στο επίπεδο των γνωστικών και μη γνωστικών δεξιοτήτων, προερχόμενες από το οικογενειακό εισόδημα και το οικογενειακό υπόβαθρο, εμφανίζονται από νωρίς και παραμένουν. Η φοίτηση στο σχολείο διευρύνει αυτές τις πρώιμες διαφορές».
Οπως έγραφε πριν από μια γενιά ο πολιτικός επιστήμονας Εντουαρντ Μπάνφιλντ στο βιβλίο του «The Unheavenly City Revisited»: «Το σύνολο της εκπαίδευσης ευνοεί τα παιδιά της μεσαίας και της ανώτερης τάξης, επειδή το να ανήκεις σ’ αυτές σημαίνει ότι διαθέτεις αρετές που σε καθιστούν ιδιαίτερα εκπαιδεύσιμο».
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
