Η επιλεκτική πληροφόρηση, η παραπληροφόρηση, η απόκρυψη, η χάλκευση πληροφοριών και ο κανιβαλισμός δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε νέο φαινόμενο. «Ο πόλεμος των κόσμων» του Ορσον Γουέλς τρόμαξε πολλούς. «Ραδιοφωνική εκπομπή τρομοκρατεί τον λαό» έγραφε η «Boston Daily Globe».
«Ανθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους πριν από την επίθεση των αρειανών», οι «New York Times». Ομως τα δημοσιεύματα ήταν ψευδή και αυτό προέκυψε από τις επιστολές των ίδιων των ακροατών. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και μίας κυρίας που έγραφε ότι «…δεν φοβήθηκα τους αρειανούς, αλλά ανησυχώ για τους ανθρώπους που εύκολα αποβλακώνονται…».
Η πληροφορία, από την ώρα που θα εμφανιστεί μέχρι την ώρα που θα «καταναλωθεί», είναι εκτεθειμένη σε όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων: ειλικρίνεια, αμεροληψία, καθήκον, δόλο, άγνοια, σκoπιμότητα, φιλοδοξία, ακόμα και στην παθογένεια. Τα συναισθήματα πολλές φορές μεταλλάσσονται σε κίνητρα και αυτά σε εργαλεία αξιολόγησης όλων εκείνων που συμμετέχουν στον «κύκλο ζωής» της.
Υπάρχουν εκείνοι που δεν αναγνωρίζουν κίνητρα και απορρίπτουν την αλλοίωση της πληροφορίας. Υποστηρίζουν ότι είναι ιερή και την αποδέχονται ακόμα και αν κλονίζει τις απόψεις, τις πεποιθήσεις και τις αρχές τους.
Υπάρχουν και άλλοι που συναρτούν την πληροφορία με την προσωπική κλίμακα ιεράρχησης και αξιολόγησης. Ετσι το γεγονός, το σχόλιο, η κρίση, η ανάλυση «παντρεύονται» με… επίθετα: χρήσιμο-άχρηστο, επικίνδυνο-αδιάφορο, αποδεκτό-απαράδεκτο…
Υπάρχει μια τρίτη ομάδα. Πρόκειται για όσους όχι μόνο αδιαφορούν για την αλλοίωση της πληροφορίας, αλλά ενίοτε την επιζητούν, προκειμένου να δικαιολογήσουν ή και να «νομιμοποιήσουν» ό,τι κρύβουν στο κεφάλι και στην ψυχή τους.
Καθοριστικό όμως ρόλο στη διαχείριση της πληροφορίας έχουν οι πολιτικές και οι οικονομικές ελίτ, οι οποίες παρεμβαίνουν -άλλοτε κατασκευάζοντας και άλλοτε αλλοιώνοντας- με πληροφορίες που τις εξυπηρετούν. Οι θεωρίες συνωμοσίας, τα ρατσιστικά σχόλια και οι αφορισμοί του Τραμπ διέσχιζαν μέσω των κοινωνικών δικτύων και φιλικών ραδιοφώνων, εντύπων και τηλεοπτικών δικτύων τις ΗΠΑ με αποδέκτη Αμερικανούς πολίτες, που τις χρησιμοποιούσαν για να επιβεβαιώσουν τις δικές τους τοξικές απόψεις και ιδεοληψίες.
Στην Ελλάδα οι πρόσφατες εκλογές σημαδεύτηκαν από πρακτικές που μετέτρεψαν την «μπαρούφα» σε είδηση, τη συκοφαντία σε σχόλιο και τους υστερισμούς σε εμβριθείς και βαθυστόχαστες αναλύσεις. Ενστάλαξαν το «δηλητήριο» με αποτέλεσμα στο μυαλό κάποιων η «εκτροπή» να θεωρείται κανονικότητα και σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που επικροτούν τις τοξικές συμπεριφορές της λογοκρισίας, της απαξίωσης, του χλευασμού, της ύβρης. Ορισμένοι μάλιστα επικροτούν τις «εκκαθαρίσεις» και τις «προγραφές» όσων πιστεύουν στην καθαρότητα της πληροφορίας και διεκδικούν το δικαίωμα να διατυπώνουν τη δική τους αλήθεια.
Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ θα ήταν ανίσχυρες χωρίς την αρωγή των «πρόθυμων διαμεσολαβητών», που δεν διστάζουν να φέρουν την «πληροφόρηση» στα μέτρα και στις επιδιώξεις που εξυπηρετούν.
Η πρωτοβουλία «Υπόσχεση για την Ακεραιότητα των Εκλογών», που οργανώθηκε από την ομάδα «Συμμαχία Δημοκρατιών», προσφέρει ένα πλαίσιο για τη διαχείριση της «πληροφορίας» από τις πολιτικές ελίτ. Υπενθυμίζεται ότι οι πολιτικοί-μέλη της δεσμεύτηκαν ότι δεν θα «κατασκευάσουν, χρησιμοποιήσουν ή διαδώσουν δεδομένα ή υλικά που παραποιήθηκαν, κατασκευάστηκαν, αποκαλύφθηκαν ή κλάπηκαν για παραπληροφόρηση ή προπαγάνδα»· και «δεν θα μοιράσουν deepfake βίντεο· ούτε θα χρησιμοποιήσουν μη αυθεντικά μέσα, όπως bots», για να ενισχύσουν τα μηνύματά τους.
Ομως όσο υπάρχει πρόθυμο κοινό, οι καλές προθέσεις δεν αρκούν για να αποτρέψουν εκείνους τους πολιτικούς που χρησιμοποιούν την «πληροφορία». Γι’ αυτό το βάρος πέφτει στην παιδεία και στην εκπαίδευση των ανθρώπων. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ξεκινήσει πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη προγραμμάτων media και ψηφιακού αλφαβητισμού για φοιτητές και για ανθρώπους σε ηλικία ψήφου. Στη Φινλανδία η ψηφιακή εκπαίδευση ξεκινά από τα Νηπιαγωγεία.
Στη Σουηδία αναπτύσσονται προγράμματα που εστιάζουν στην απειλή της παραπληροφόρησης και βοηθούν τους ανθρώπους να μάθουν πώς να πλοηγούνται στο φρενήρες διαδικτυακό περιβάλλον, έτσι ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν ψευδή ή κακόβουλα μηνύματα. Στη Γερμανία το Fact Check στηρίζεται από τους επαγγελματίες της ενημέρωσης. Στις ΗΠΑ ακαδημαϊκοί προτείνουν να επιστρατευτούν οι δημόσιες βιβλιοθήκες στη μάχη κατά της παραπληροφόρησης.
Για να αφορίσουν οι άνθρωποι τις κομματικές σκουπιδο-ειδήσεις και τους σκουπιδο-παραγωγούς τους, θα χρειαστεί χρόνος, προσπάθεια και διάθεση. Οι πολιτικές ελίτ θα πρέπει να εγκαταλείψουν την αντίληψη της είδησης-εργαλείο και να συμφιλιωθούν με την ιδέα του απαραβίαστου της πληροφορίας και οι διαχειριστές-διακινητές να αποδεχτούν ότι η αλλοίωση και η παραποίηση της πληροφορίας έχει τα ίδια αποτελέσματα με τα «μαϊμού» φάρμακα: καταστρέφουν.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
