Σκηνοθετώντας το «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο Εθνικό Θέατρο ο Γιάννος Περλέγκας επιχειρεί κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να κινηθεί κόντρα στα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό όλων μας από τη «Στέλλα» του Κακογιάννη.
Ο ρόλος που δημιούργησε η Μελίνα Μερκούρη, η μουσική του Χατζιδάκι και όλοι οι βασικοί χαρακτήρες έχουν σχεδόν χαραχτεί στο συλλογικό ασυνείδητο. Πώς μπορεί κανείς να σταθεί απέναντι σε αυτό; Ωστόσο, η αρχική θεατρική εκδοχή του Καμπανέλλη ήταν πολύ διαφορετική.
Ο Γιάννος Περλέγκας μάς μιλά για το εγχείρημά του, για το πώς αυτό μπολιάστηκε από κείμενα της Μαργκερίτ Ντιράς και του Μάριου Χάκκα, αλλά και για το πώς η παράσταση θα συναντηθεί με το κοινό της σε μια εποχή που η θεατρική πράξη είναι σχεδόν απαγορευμένη.
● Δύσκολο να παρουσιάσεις μια άλλη «Στέλλα» από αυτή του Κακογιάννη. Ωστόσο ακόμα και από τα σκηνικά της παράστασης φαίνεται η διαφοροποίηση.
Μιλάμε για εντελώς άλλη παράσταση. Η ταινία έχει πολύ μεγάλη αξία. Ηταν πολύ ταλαντούχος «κατασκευαστής» ο Κακογιάννης. Είχε μελετήσει καλά τον αμερικανικό κινηματογράφο – εκεί είχε σπουδάσει κιόλας. Εκανε ένα φιλμ στα πρότυπα των αντίστοιχων ταινιών της δεκαετίας ’40, ’50, προτάσσοντας τη φαμ φατάλ την οποία ερμήνευσε η Μερκούρη. Στον πρόλογο που είχε γράψει ο Καμπανέλλης, όταν πρωτοεξέδωσε το έργο το 1991, είναι πάρα πολύ έντονο το παράπονό του για το πώς μετατοπίστηκε το κέντρο του ενδιαφέροντος.
Το έργο αρχικά γράφτηκε το 1954 υπό τη σαγήνη των επισκέψεων του Καμπανέλλη στα μαγαζιά όπου παίζονταν ρεμπέτικα τραγούδια και της θέλησής του ν’ αποτυπώσει αυτόν τον κόσμο.
Επίσης αποτυπώνει το μετεμφυλιακό άγχος επιβίωσης που διακατέχει όλους τους ήρωες, της διάθεσης του κόσμου να σταματήσουν οι διωγμοί, να έρθει μια υποτιθέμενη κανονικότητα. Αν εξαιρέσουμε τον ρόλο του Αλέκου Αλεξανδράκη, που χαρίζει το πιάνο στη Στέλλα, όλοι είναι ναυαγισμένοι άνθρωποι. Οι ήρωες δεν έχουν καμία σχέση με την αίγλη με την οποία στολίστηκε η ταινία.
● Ποιες άλλες διαφοροποιήσεις υπάρχουν;
Στην ταινία η ταβέρνα ήταν ένα κέντρο όπου έπαιζε μια τεράστια ορχήστρα με μεγάλη αποδοχή. Εδώ είναι μια πάμφτωχη αυλή, η οποία εκ των ενόντων έχει γίνει ταβέρνα ακριβώς επειδή προσφέρθηκε το πιάνο στη Στέλλα. Εχει τη σημασία του που αυτά τα λαϊκά τραγούδια ακούγονται μέσω του πιάνου και όχι μιας πλήρους ορχήστρας.
Το πιάνο συμβολίζει τον αστικό καθωσπρεπισμό τον οποίο κυνηγούν όλοι οι ήρωες τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Βρέθηκε στα χέρια μου ένα μεγάλο δώρο: επειδή ο ίδιος ο Καμπανέλλης αναφέρει στον πρόλογο της έκδοσής του 1991 ότι είχε κόψει κάποιες σκηνές, απευθύνθηκα στην κόρη του για να μου δώσει τα χειρόγραφά του.
Παρέλαβα έναν τεράστιο φάκελο. Εμεινα άφωνος από τις εκδοχές που υπήρχαν για κάθε σκηνή. Νιώθω πάρα πολύ τυχερός, γιατί από αυτό σφραγίστηκε όλη η περίοδος που δουλεύουμε.
● Πόσο διαφορετικές είναι οι εκδοχές που διάβασες από εκείνη που εκδόθηκε;
Το 1991 που τελικά το ξανάγραψε και το δημοσίευσε, ενδεχομένως και υπό την επιρροή της ταινίας θεωρώ ότι δεν τόλμησε να βάλει κάποια σημαντικά πράγματα. Θέλησε ίσως ν’ απαλύνει το στίγμα της εποχής ή κάποια στοιχεία που μπορεί να του φαίνονταν γραφικά πια και αποφάσισε να επικεντρωθεί στην τραγωδία του έρωτα.
Από την άλλη, η ανάπτυξη όλων των υπόλοιπων χαρακτήρων ήταν τόσο έντονη που έβλεπες ότι το θέμα δεν είναι μόνο το ζευγάρι. Επίσης υπάρχουν αναφορές στο Μαουτχάουζεν, από όπου πέρασε ως κρατούμενος ο ίδιος. Πραγματικά όλο αυτό το υλικό είναι για μελέτη ξεχωριστή!
● Κι ο κεντρικός χαρακτήρας;
Η Στέλλα δεν είναι η εξ ορισμού ασυμβίβαστη επαναστάτρια που δεν θέλει να παντρευτεί, όπως παρουσιάστηκε στην ταινία. Είναι υπόλογη στο ενδεχόμενο και στην ανάγκη της πολυπόθητης μικροαστικής αποκατάστασης, η οποία εκφράζεται και από όλα τ’ άλλα γυναικεία πρόσωπα στο έργο.
Αυτό την οδηγεί και λέει αρχικά ναι στο γάμο, αλλά μετά, έχοντας περάσει από πάρα πολύ μεγάλη περιπέτεια, λέει όχι – παρότι είναι η πρώτη φορά που της δόθηκε η ευκαιρία να ζήσει σε ένα σπίτι της προκοπής. Είναι μια συμπεριφορά σφραγισμένη από το μετεμφυλιακό άγχος. Η σύνδεσή του με το προπολεμικό άγχος που μπορεί να νιώθουμε και βιώνουμε εμείς σήμερα ήταν ο λόγος που θέλησα να ανεβάσουμε το έργο.
● Με τι κριτήρια έκανες τελικά τις επιλογές σου;
Αν κρατούσα μόνο την ερωτική ιστορία, θα έπρεπε να κόψω πάνω από το μισό έργο. Δεν μπορούσα όμως να το βγάλω από την εποχή του. Δεν κάνω μια πλήρη αναπαράσταση, όμως δεν μπορώ να μη λάβω υπόψη τα στοιχεία και της τελικής εκδοχής του έργου και από τα χειρόγραφα του Καμπανέλλη. Πρόκειται για μια «τοιχογραφία» και μάλιστα εξαιρετικά καλογραμμένη. Μιλάμε για ένα έργο εφάμιλλο της «Αυλής των Θαυμάτων», ενδεχομένως και σπουδαιότερο, το οποίο παραμερίστηκε πλήρως.
Μένεις άφωνος από την ωριμότητα με την οποία ήδη το 1954 αναφέρεται σε συγκεκριμένα ζητήματα: τα Δεκεμβριανά, η Ελ Ντάμπα όπου πήγαιναν τους αντιφρονούντες, ο απόηχος της Κατοχής, η αστυνομοκρατία και ο φόβος. Επίσης νιώθω πολύ τυχερός που όσο μελετούσα τον Καμπανέλλη έπεσε πάλι στα χέρια μου «Η αρρώστια του θανάτου» της Ντιράς και ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που έχω διαβάσει, το διήγημα του Μάριου Χάκκα «Η τοιχογραφία». Ολα αυτά έφτιαξαν ένα δίκτυο μες στο μυαλό μου για να μπορέσω να το δω και ως κοινωνική τραγωδία – πέρα από ερωτική. Η χρήση αυτών των ένθετων κειμένων αναδεικνύουν τις επιρροές που υπάρχουν στο έργο: από τον Κουν, τον Λόρκα, τον Τενεσί Ουίλιαμς.
Ο πιανίστας, τον οποίο παίζω εγώ, οικτίρει τον εαυτό του σε όλο το έργο που αναγκάζεται να παίζει λαϊκά και όχι σονάτες, που δεν έγινε ο Σκαλκώτας. Μιλάει για το πόσο αχάριστα του φέρθηκε η μουσική, σχεδόν σαν να μιλάει για το πόσο αχάριστα του φέρθηκε μια γυναίκα.
● Ξέρω πως σε απασχόλησε η χρονική σύμπτωση της δράσης με τη δίκη και θανάτωση του Νίκου Πλουμπίδη.
Είναι 1954. Μου αρέσει να φαντάζομαι ότι μπορεί να είναι την ίδια μέρα ο φόνος της Στέλλας με την εκτέλεση του Πλουμπίδη. Με έναν τρόπο αυτή η σκέψη με προστάτευσε από τον κίνδυνο να γίνω πιο έξυπνος από το έργο: η υπενθύμιση της εποχής με προστάτευσε. Γιατί λίγοι πλέον είναι όσοι τα έζησαν πράγματι, είναι γεγονότα κι εποχές εξορισμένα από την αντίληψή μας. Με προστάτευσε και από το να κάνω μια μεταμοντέρνα ευαίσθητη παραστασούλα – που θα μπορούσε και να ‘ναι μια χαρά, αλλά…
● Αλλά…;
Αλλά πρέπει να σκεφτείς: πώς να δώσεις σε έναν νέο άνθρωπο σήμερα την οπτική του Μίλτου που ήταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι γιος στρατιώτη που έχει γυρίσει ανάπηρος από την Αλβανία, ενώ η μάνα του έχει χάσει δύο αγόρια; Υπό αυτό το συγκεκριμένο πρίσμα λέει στη Στέλλα: Υποτάξου και μείνε στον γάμο. Θέλησα να μείνω πιστός στο έργο και στην εποχή για να δείξω ακριβώς αυτό το πρίσμα, το οποίο φαίνεται πολύ μακρινό, αν όχι άγνωστο, σήμερα.
● Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο έργο;
Ηταν πρόταση του Δημήτρη Λιγνάδη με αφορμή το ότι το 2021 είναι και έτος Μελίνας Μερκούρη. Εγώ άλλο έργο είχα πάει να του προτείνω. Ομως έχω μια πρωτογενή ανάγκη να συνδέομαι κάθε φορά μ’ αυτό που κάνω. Αυτή η ανάγκη με οδήγησε και στο ν’ αναζητήσω τα χειρόγραφα του συγγραφέα. Από αυτή την ανάγκη οδηγήθηκα στην Ντιράς. Μετά η Ντιράς δεν μου έφτανε, ήθελα πάλι ένα πιο ελληνικό χρώμα. Ετσι κατέληξα στον Μάριο Χάκκα… Ετσι δημιουργήθηκε μια παράσταση, στην οποία «κολυμπάμε» ίσως με τον πιο ευλογημένο θίασο που μπορούσα να φανταστώ! Είμαι πολύ χαρούμενος που έχει γίνει αυτή η συνάντηση και πολύ λυπημένος φυσικά που υπάρχει το πολύ σοβαρό ενδεχόμενο να μην παρουσιαστεί ποτέ ζωντανά.
● Αυτή ακριβώς είναι η επόμενη ερώτησή μου. Τι θα γίνει;
Δεν έχω ιδέα. Στο Εθνικό Θέατρο είμαστε από τους ελάχιστους που δουλεύουν. Φυσικά περιμένουν κι άλλοι ηθοποιοί να δουλέψουν, κι άλλοι σκηνοθέτες να σκηνοθετήσουν. Ο διευθυντής έχει έναν προγραμματισμό που δεν μπορεί να τον πραγματοποιήσει, γιατί του έχει τύχει η θητεία μέσα στην πανδημία και είμαι σίγουρος ότι έχει πιεστεί. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα συμβεί. Εύχομαι να παίξουμε με κοινό κάποια στιγμή.
Και να επαναφέρουμε στην παράσταση τα φιλιά, που τώρα μας έχουν υποχρεώσει να αφαιρέσουμε εντελώς! Ωστόσο την πιστεύω πολύ αυτή την παράσταση και θα πρέπει να κυνηγήσω την τύχη της. Δεν έχω πιστέψει τόσο πολύ σε παράστασή μου.
● Τι σημαίνει πρακτικά για σένα η διαδικασία τού live streaming;
Πως πρέπει να γίνω και σινεματζής – που δεν είμαι. Ο τρόμος μου είναι ότι, πέρα από σκηνοθέτης, παίζω κιόλας στην παράσταση. Δεν θα έχω τη δυνατότητα να είμαι στο O.B. VAN στη ζωντανή μετάδοση. Οπότε τη μοναδική ίσως φορά που θα παιχτεί η παράστασή μου, δεν θα έχω τη δυνατότητα να ελέγξω την αφήγησή της. Οπως λέει και ο φίλος μας Βασίλης Παπαβασιλείου, η παράσταση είναι ανολοκλήρωτη αν δεν βρει απεύθυνση.
Θα είναι φοβερό κρίμα πάντως, γιατί είναι τόσο ζωντανά αυτά που έχουν ανταλλαχτεί που αν δεν βρουν τον στόχο, θα είναι ένα ματαιωμένο πράγμα. Θα με πονέσει πολύ. Αυτό που κάνουμε, προφέροντας τα λόγια του Καμπανέλλη, της Ντιράς και του Χάκκα και τους στίχους των ρεμπέτικων, εμπερικλείει μέσα του τη σιωπή που μας έχουν προκαλέσει και τη συγκίνησή μας.
Αυτή η σιωπή, κατ’ εμέ, πρέπει να συμπίπτει με τη σιωπή των θεατών. Πριν ξεκινήσει μια παράσταση υπάρχει μια υπόσχεση: ότι αυτή η συνάντηση θα γίνει. Και αυτή η υπόσχεση είτε πραγματώνεται, είτε όχι. Είναι φοβερό να μην μπορέσουμε να βρούμε αυτή την υπέροχη σιωπή του ανθρώπου που έρχεται να ακούσει και να δει και που ζητάει να του δώσεις τα λόγια εκείνα που θα τον κινητοποιήσουν. Αυτό είναι το θέατρο… Και με αυτή τη νέα αγορά τού streaming που ανοίγει -γιατί πάμε για μεγάλη μπίζνα- φαίνεται να απειλείται εκ νέου και μάλιστα πολύ έντονα.
*Δημοσιογράφος σκηνοθέτης και μεταφραστής
? «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα θα μεταδοθεί διαδικτυακά και ζωντανά από το Θέατρο Rex Σκηνή – «Ελένη Παπαδάκη» σήμερα Σάββατο 19/12, στις 20.30. Πρόκειται για τη μοναδική παραγωγή του Εθνικού που θα παρουσιαστεί προς το παρόν. Η απευθείας μετάδοση θα είναι διαθέσιμη στη σελίδα livestream.n-t.gr μέσω κωδικού πρόσβασης με αγορά ηλεκτρονικού εισιτηρίου (τιμή εισιτηρίου: 8€).
Παίζουν: Α. Ευστρατιάδου, Σ. Κόκκαλη, Κ. Λυπηρίδου, Β. Μαγουλιώτης, Γ. Περλέγκας (υπογράφει και τη σκηνοθεσία και τη μουσική επιμέλεια), Ε. Σαουλίδου, Θ. Σκυφτούλης, Μ. Τιτόπουλος.
Μουσικός επί σκηνής: Στράτος Γκρίντζαλης.
Στην παράσταση ακούγονται, εκτελεσμένες ζωντανά, συνθέσεις των Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Απόστολου Χατζηχρήστου, Απόστολου Καλδάρα, Μπάμπη Μπακάλη και Ιωάννας Γεωργακοπούλου.
