Το καίριο ερώτημα που υπό τας γραμμάς έθεσε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο προχθεσινό της άρθρο στην «Εφ.Συν.» είναι ο τρόπος με τον οποίο οι «μειοψηφίες», στις Δημοκρατίες μας, «θωρακίζονται απέναντι στην τυραννία της πλειοψηφίας».
Και η απάντησή της ήταν σαφής: «Θωρακίζονται όταν τα δικαιώματα δεν εξαντλούνται σε νομικές κατασκευές» και, κυρίως, όταν «ο νομοθέτης δεσμεύεται από κανόνες αυξημένης τυπικής ισχύος».
Γνωρίζει προφανώς ως δικαστικός τις αντινομίες του Νόμου, αλλά και του Συστήματος (πολυνομία, «παράθυρα» κ.λπ.). Και τούτο διότι η αντινομικότητα, ως γενικευμένος κανόνας, συγχέει τις «ιδιωτικές» με τις «δημόσιες» μορφές λειτουργίας, προς όφελος των ισχυρών, φέρνοντας συχνά και τη Δικαιοσύνη σε «αμηχανία».
Εξ ου και η Κατερίνα Σακελλαροπούλου συμπεραίνει ότι «το υψηλό ιδανικό των δικαιωμάτων δύσκολα εκπληρώνεται». Προφανώς εννοεί ότι η διαφορά δικαίου – αδίκου απομακρύνει το υποκείμενο του Νόμου από τον Νόμο.
Και τότε, μόνο η ηθική τοποθετεί τον Νόμο στη δυσκολία μιας σχέσης που κανένας νομοθέτης δεν μπορεί να εγγυηθεί.
Μόνο μια ηθική στάση (μια ηθική προαίρεση) ανθίσταται στην έπαρση εκείνου που ως «ζώον» επιδιώκει να είναι «πολιτικό» και «νόμιμο», αλλά όχι «ηθικό».
Η ανθρώπινη παρουσία της Κατερίνας Σακελλαροπούλου, αυτή την ηθική εγγυάται.
Αλλά πώς ο Καντ, ενώ αποδέχεται τη ροπή προς το κακό, αποδίδει ταυτόχρονα προτεραιότητα στον Νόμο -ως εάν ο Νόμος να μην επέτρεπε την υποταγή σε αυτόν χωρίς το προηγούμενο σφάλμα (το κακό)- αφήνω την «Κριτική του πρακτικού Λόγου» να το απαντήσει. Προφανώς η Πρόεδρος, που την έχει διαβάσει, γνωρίζει ότι το κακό αντισταθμίζεται μόνο με «αλλαγή της καρδιάς» (sic).
