Βγαίνει κρυφά. Και αυτός το ξέρει γιατί εκείνη την ώρα βγάζει τον σκύλο του βόλτα. Ο αγαθός μολοσσός της γειτονιάς που ακούει στο όνομα Πελέ έχει μάθει τις νυχτερινές τσάρκες από τότε που πήγαιναν μαζί στο βραδινό του στέκι. Ο άντρας πάντα με ένα ουίσκι στο τραπέζι, το τσιγάρο μόνιμα στα χείλη, κι ο σκύλος του στη διπλανή καρέκλα παρατηρούσε αραχτός τους θαμώνες.
Συνεπώς εκείνος ξέρει τώρα, στην απαγόρευση της κυκλοφορίας, πως το κορίτσι της απέναντι πολυκατοικίας βγαίνει κρυφά. Γιατί δεν μπορεί να φανταστεί πως η μικρή πλατεία πίσω από την εκκλησία, όπου στον θάμνο με τις κόκκινες μπιλίτσες ο Πελέ, άγνωστο γιατί, έχει επιλέξει ως αποκλειστικό τόπο κατουρήματος, έχει κωδικό που να δικαιολογεί την έξοδο μες στην πανδημία. Εκείνος απλώς στέλνει 6 και ο Πελέ κατουράει εκεί που θέλει.
Τη βλέπει λοιπόν, σχεδόν κάθε βράδυ, με την κουκούλα στο κεφάλι και τα χέρια στις τσέπες να κάθεται στο πιο σκοτεινό μέρος, στο πιο αφώτιστο παγκάκι. Την προσπερνάει χωρίς να την κοιτάει και συνεχίζει τη βόλτα.
Τι κάνει όμως αυτό το κορίτσι εκεί; Γιατί διακινδυνεύει να φάει πρόστιμο; Αφθονούν τελευταία οι καρφωτές. Λες και κάποιοι βρίσκουν μια ηδονή, μια ευχαρίστηση, να καρφώνουν τους άλλους μέσα σ’ αυτούς τους ζοφερούς καιρούς. Αναρωτιέται αν στην προηγούμενη ζωή τους ήταν ιεροεξεταστές ή καταδότες των ναζί.
Πάντως χθες το βράδυ που βγήκαν και οι τρεις, σκύλος, άντρας και κορίτσι, σχεδόν ταυτόχρονα αποφάσισε να αφήσει λίγο περισσότερο τον Πελέ στην πλατεία, πράγμα που δεν χάλασε καθόλου τον συμπαθή μολοσσό γιατί είχε βαρεθεί την κλεισούρα και ήταν ασυνήθιστα μελαγχολικός.
Λίγο μετά τις 11 λοιπόν είδε μια φιγούρα, νεαρού άντρα οπωσδήποτε, με κουκούλα κι αυτός, να πλησιάζει με ταχύ βήμα το σκοτεινό παγκάκι. Ηταν δύσκολο να ξεχωρίσει μετά ποιος ήταν ποιος γιατί η σκιά ήταν μία. Μια σκιά με δυο σφιχταγκαλιασμένα σώματα.
Λύθηκε λοιπόν το μυστήριο. Για ένα φιλί κι ένα σφιχταγκάλιασμα κινδύνευαν καθημερινά να φάνε πρόστιμο ή και να συλληφθούν. Αν του έλεγε κάποιος πως θα το ζούσε κι αυτό το 2020, θα τον περνούσε για τρελό. Κι όμως. Αφησε ήσυχους τον Τριστάνο και την Ιζόλδη της πλατείας. Με βήμα αργό, σέρνοντας τον Πελέ που, απρόθυμος να επιστρέψει σπίτι, στύλωνε τα πόδια του κάθε ένα μέτρο, έφτασε τελικά στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Κοίταξε την πόρτα της κοπέλας και ευχήθηκε με όλη του την ψυχή να εξαφανιστεί αύριο κιόλας αυτός ο αναθεματισμένος ιός. Είπαμε, στην αριθμητική της αγάπης ένα συν ένα ίσον τα πάντα και δύο μείον ένα ίσον τίποτα. Αυτό το τίποτα είναι η μεγαλύτερη απειλή σε έναν κόσμο γεμάτο προκλήσεις.
