«Προγραμμάτιζε την ψυχή του για ένα όνειρο»
Η Μαρία Αρχιμανδρίτη εξέδωσε την πρώτη ποιητική της συλλογή Η μοναξιά της καμπύλης το 2015, μία σύνθεση που συμπεριελήφθη στις τελικές λίστες τόσο της Εταιρείας Συγγραφέων (βραβείο εις μνήμην Γιάννη Βαρβέρη), όσο και εκείνες για το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Κατέθεσε τα ώριμα νεανικά διαπιστευτήριά της, με τρόπο που προοιωνιζόταν επιτυχή συνέχεια. Και να, τώρα, χωρίς καμία βιασύνη, πέντε χρόνια μετά, έρχεται με το Πουέντε. Πρόκειται για ποιητική σύνθεση πάλι, που την αποτελούν είκοσι εννέα ποιήματα, διακοπτόμενα από ενδιάμεσα πεζόμορφα πλαγιογράμματα ιντερμέδια.

Η σύνθεση αρχίζει και τελειώνει κυκλικά με τη νοηματοδότηση του τίτλου: «Πουέντε / θα πει θα σε ξαναδώ / στην απέναντι κρεμάμενη άκρη / και δεν θα είσαι παρά ανάστροφα εγώ». Η γέφυρα, στην ισπανόφωνη εκδοχή της, πουέντε, ως σύνδεσμος, ως μέσο επικοινωνίας με τον άλλον, ως εκτίναξη και ως ανεστραμμένο είδωλο του εαυτού. Η γέφυρα προϋποθέτει ποτάμι, ροή του χρόνου, και περιέχει όχι μόνον τους πάνω αλλά και τους κάτω απ’ αυτήν, «τους άστεγους, τους υποτακτικούς».
Λέξεις-κλειδιά και σταθερές της Αρχιμανδρίτη είναι ο χρόνος, η κυκλική ροή των πραγμάτων που είχαμε εντοπίσει και στην πρώτη της συλλογή: «Ο κύκλος, σε αντιπαράθεση προς την ευθεία και τη γωνιώδη σχέση, λέξη που ανακυκλώνεται από ποίημα σε ποίημα» γράφαμε τότε. Και τώρα «Δεν πρόλαβα να σου το πω / λυγίζει ο χρόνος», «τα χρόνια σε συγχορδίες / έμαθα και τα μετρώ» από το πρώτο κιόλας ποίημα, αλλά και «Ο χρόνος αργός κρύβει μέσα / στις παλάμες το πρόσωπο» (από το «Τούτο εστί το σώμα μου»· ύστερα έρχεται η μνήμη: «Η θύμηση απλώνει / σαν νερομπογιά» («Algolagnia»), «Η θύμησή της δραπέτευε από / τις γρίλιες» («Υπεκφυγή»)∙ συνακόλουθα με τη μνήμη το φως: «Αηχες οι γεωτρήσεις του φωτός […] Σε κάθε εικόνα σπινθήρες / καψαλίζουν τη μνήμη του» («X-RAY»).
Σκόρπιες εικόνες, στιγμιότυπα ζωής, συχνά δοσμένα με κινηματογραφικό τρόπο. Ποιήματα σκοτεινά και απαιτητικά που σε καλούν να τα εξερευνήσεις. Διακρίνεται πίσω πολύς Σολωμός και το Θείον Πάθος. Και εκείνη η αναφορά στον Πατέρα με κεφαλαίο το Π, (Θεός; Δημιουργός; Ελεγκτής;) που κάποτε η φωνή του σκάβει στ’ αυτιά και άλλοτε ακούγεται στη νηνεμία. Δεν λείπει βέβαια ούτε η μάνα, ούτε το παιδί: «Είναι η γέφυρά μου μια Κυριακή. Οι γέφυρες χτίστηκαν από την / προσμονή της μάνας»(«Memento mori»). Μηνύματα από το σύμπαν και ενδόμυχες προσευχές, προσκυνητάρια και ψαλμωδίες, ιχνηλάτες και οιωνοί συνθέτουν ένα κλίμα μυστηρίου.
Μια συμπάθεια της ποιήτριας σε ξενόγλωσσους τίτλους και διακειμενικές συνάψεις θα χρειάζονταν, ίσως, κάποιες σημειώσεις ή παραπομπές που θα διευκόλυναν τον μη εγρήγορον αναγνώστη.
Η ρυθμική αρμονία, η γεωμετρία, η οξεία ματιά και η κρυπτικότητα χαρακτηρίζουν τη γραφή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη.
Πρώτο σταθερό βήμα

Παρθενική εμφάνιση της Κορίνας Καλούδη –χωρίς καμία πληροφορία γι’ αυτήν στο οπισθόφυλλο ή στα αυτιά του βιβλίου– με μία συλλογή ώριμη, συνεκτική και δουλεμένη. Λόγος σύντομος, περιεκτικός και ακαριαίος. Εικονοποιία ζωντανή: εκείνο το χέρι του πατέρα «το χέρι που έμοιαζε με σπίτι / [κι] όταν ερχότανε το κρύο / άνοιγε να μπω […] κι όταν με σήκωνε ψηλά / φαινόταν εύκολη υπόθεση / να πιάσω το φεγγάρι» το βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου. Και πόσο πρωτότυπη η περιγραφή του θανάτου στο ποίημα «Φουρκέτες»: «Οι φουρκέτες / που χρόνια συγκρατούν / το χτένισμά της / σιγά σιγά / εισχώρησαν στο κρανίο / Δεν πονάει πια».
Κάθε ποίημα έχει το διακριτό του στίγμα και όλα αποτελούν μία αλυσίδα, ιδιαίτερα όμως μου άρεσαν το «Καμία γραμμή», «Νέλλη», οι «Φουρκέτες» που ανέφερα ήδη, το «Χαμόγελο», η «Εξέλιξη», η «Επιστροφή» και η «Ειρήνη».
Οι τίτλοι στα ποιήματα είναι άναρθροι «Πατέρας», «Νέλλη», «Αναίδεια», «Ολίσθημα», «Ανατροπή» κ.λπ. δηλώνοντας, προφανώς, γενίκευση του θέματος.
Η γέννηση, ο χρόνος που κυλά, ο πόλεμος πατήρ πάντων, «και βέβαια τους φοβάμαι / Είναι οπλισμένοι και ηλίθιοι», ο φόβος για τη ζωή, ο θάνατος, η αναζήτηση της αλήθειας: «Εξω είναι ένα φεγγάρι / κατακόκκινο και θυμωμένο / Σα να ’ναι κάποιο στόμα / που φωνάζει την αλήθεια / Σα να εκτίει μια ποινή / η ανθρωπότητα», η εξέλιξη, η ελπίδα, η ανατροπή, η πλάνη, στο τέλος η κάθαρση και η ειρήνη: «Ηρθε ο καιρός / για να καθίσουμε κάτω απ’ τον ίσκιο / έλα / να σου μιλήσω τώρα / για τη θάλασσα».
Η Καλούδη αφιερώνει το βιβλίο της στον γιο της και κείνο το αρχικό δίστιχο: «Μοιάζει να σου είπα ψέματα / μα έτσι ήξερα τότε να μιλώ», μας οδηγεί σε απολογισμό ζωής, σε μητρικές έγνοιες και σε μία διάθεση αναθεωρητική.
